Πίεση, ελλείψες και κενά σε σχέση με τους υδάτινους πόρους στην Κύπρο, εντοπίζει η Κομισιόν

Σημαντικές πιέσεις στους υδάτινους πόρους της Κύπρου, οι οποίες συνδέονται μεταξύ άλλων με τη λειψυδρία, τις απολήψεις νερού και τη ρύπανση από τη γεωργία, καταγράφει ειδική αξιολόγηση της Κομισιόν για την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τα ύδατα.

Η Κομισιόν, σε ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα, παρουσίασε νέες αξιολογήσεις για κράτη μέλη τα οποία δεν είχαν υποβάλει εγκαίρως τα στοιχεία τους ώστε να συμπεριληφθούν στις αρχικές εκθέσεις του Φεβρουαρίου του 2025. Μεταξύ αυτών βρίσκεται η Κύπρος, μαζί με τη Βουλγαρία, την Ελλάδα, την Ιρλανδία, τη Μάλτα, την Πορτογαλία, τη Σλοβακία και τη Σλοβενία.

Το ειδικό έγγραφο εργασίας της Κομισιόν για την Κύπρο εξετάζει το τρίτο Σχέδιο Διαχείρισης Λεκάνης Απορροής Ποταμού και το δεύτερο Σχέδιο Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας στο πλαίσιο της Οδηγίας-Πλαισίου για τα Ύδατα και της Οδηγίας για τις Πλημμύρες.

Σύμφωνα με την αξιολόγηση, η Κύπρος διαθέτει περιορισμένους υδάτινους πόρους και η αύξηση της θερμοκρασίας, οι παρατεταμένες ξηρασίες και η αυξανόμενη ζήτηση από τα νοικοκυριά, τη γεωργία και τον τουρισμό έχουν εντείνει τις πιέσεις. Η Κομισιόν αναφέρει ότι η χώρα συγκαταλέγεται στα κράτη μέλη με τις υψηλότερες τιμές του δείκτη εκμετάλλευσης υδάτων, ενώ επισημαίνει τις επενδύσεις σε ένα σύστημα διαχείρισης που βασίζεται σε φράγματα, αφαλάτωση θαλασσινού νερού, επεξεργασία λυμάτων και επαναχρησιμοποίηση νερού.

Στην ίδια αξιολόγηση αναφέρεται ότι, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η Κύπρος, επαναχρησιμοποιείται περίπου το 90% των επεξεργασμένων λυμάτων, με το ανακτημένο νερό να καλύπτει περίπου το 37% των αναγκών άρδευσης της χώρας. Η γεωργία χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα ευάλωτη στη λειψυδρία και στην κλιματική αλλαγή.

Σε ό,τι αφορά την οικολογική κατάσταση των επιφανειακών υδάτων, το ποσοστό των υδάτινων σωμάτων που βρίσκονται σε καλή ή υψηλή οικολογική κατάσταση ή έχουν αντίστοιχο οικολογικό δυναμικό αυξήθηκε, από 58,4% στον προηγούμενο κύκλο σε 60,9%. Ωστόσο, η Κομισιόν αναφέρει χαμηλό βαθμό εμπιστοσύνης στην αξιολόγηση εξαιτίας της περιορισμένης παρακολούθησης ορισμένων στοιχείων ποιότητας.

Με βάση τα στοιχεία, η διάχυτη ρύπανση από τη γεωργία επηρεάζει περίπου το 29% των επιφανειακών υδάτινων σωμάτων, ενώ οι απολήψεις νερού για γεωργικούς σκοπούς επηρεάζουν περίπου το 15%. Παράλληλα, για μεγάλο αριθμό υδάτινων σωμάτων καταγράφονται ανθρωπογενείς πιέσεις των οποίων η φύση δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί.

Επιπλέον, η ειδική αξιολόγηση αναφέρει ότι 54 από τα 215 επιφανειακά υδάτινα σώματα, ποσοστό 25,1%, δεν είχαν επιτύχει έως το 2021 καλή οικολογική κατάσταση ή δυναμικό και επηρεάζονταν σημαντικά από διάχυτη γεωργική ρύπανση. Στα υπόγεια ύδατα, σημαντικές πιέσεις συνδέονται με τις απολήψεις για τη γεωργία και την πτώση της στάθμης του νερού.

Ως προς τη χημική κατάσταση των επιφανειακών υδάτων, το ποσοστό των σωμάτων με καλή χημική κατάσταση μειώθηκε από 84,8% σε 80,9%. Μεταξύ των ουσιών που επηρεάζουν περισσότερο την κατάσταση των υδάτων περιλαμβάνονται μέταλλα όπως το νικέλιο, ο υδράργυρος και το κάδμιο, ενώ το νικέλιο συνδέεται, σύμφωνα με το έγγραφο, με την αποτυχία επίτευξης καλής χημικής κατάστασης στο 10% των υδάτινων σωμάτων.

Στη χημική κατάσταση των υπόγειων υδάτων καταγράφεται βελτίωση, ενώ πλέον και τα 22 αξιολογούμενα σώματα καλύπτονται από χημική παρακολούθηση. Μεταξύ των βασικών ρύπων που καταγράφονται είναι τα χλωριούχα, τα νιτρικά, τα θειικά και το αμμώνιο, καθώς και η ηλεκτρική αγωγιμότητα. Έξι υπόγεια υδάτινα σώματα, ποσοστό 27,3%, αναμένεται να εξακολουθούν να μην επιτυγχάνουν καλή χημική κατάσταση έως το 2027.

Η Κομισιόν καταγράφει παράλληλα ελλείψεις στο σύστημα παρακολούθησης. Σημειώνει ότι, παρότι καλύπτονται ορισμένα βιολογικά στοιχεία ποιότητας στα παράκτια ύδατα, υπάρχουν σημαντικά κενά στα ποτάμια και στις λίμνες, ενώ ορισμένα υδρομορφολογικά και φυσικοχημικά στοιχεία δεν παρακολουθούνται. Κατά την αξιολόγηση, το σύστημα εμφανίζει «σημαντικά κενά» και δεν καλύπτει ορισμένα στοιχεία που απαιτούνται από τη νομοθεσία.

Σε επίπεδο ΕΕ, η Κομισιόν αναφέρει στην ανακοίνωσή της ότι η ρύπανση εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την επίτευξη καλής οικολογικής και χημικής κατάστασης των υδάτων. Η διάχυτη ρύπανση από θρεπτικά συστατικά, η χημική ρύπανση και οι παρεμβάσεις στις φυσικές ροές των ποταμών συνεχίζουν, σύμφωνα με την ίδια, να ασκούν πιέσεις στα ευρωπαϊκά ύδατα.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

Share

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ