Από το Βασιλικό της Φιλιάς και «Το σπίτι στην Ανηφοριά» μέχρι την προσφυγιά, ξετυλίγεται η ιστορία ενός ανθρώπου που έζησε με αγάπη για την οικογένεια, τον τόπο και τη δημιουργία, αφήνοντας πίσω του στιγμές και αναμνήσεις που παραμένουν ζωντανές.
Ο Ανδρέας Χριστοδούλου μοιράζεται την ιστορία ενός δικού τους ανθρώπου στη σελίδα αφιερωμένη στο χωριό της κατεχόμενης Φιλιάς, με αφορμή τη μέρα μνήμης του, μέσα από μια αφήγηση γεμάτη εικόνες, αναμνήσεις και νοσταλγία για το σπίτι στην ανηφοριά που έμεινε πίσω.
Δείτε την ανάρτηση της πιο κάτω.
“Το Σπίτι στην Ανηφοριά
Τα χρόνια εκείνα, στο Βασιλικό με το τρεχούμενο νερό του Οβφκού, τα παιδιά καρτερούσανε με λαχτάρα τα σύκα και τα χρυσόμηλα του Τζύπρα και του Πασχάλη. Ήταν αγαπημένες λιχουδιές και πειρασμοί στη φτώχεια του καιρού.
Ψωμί υπήρχε στην κοφινιά και ελιές στον πήλινο κουρελλό, μα μέσα σε εκείνη τη φτώχεια, έκλεβε κι εκείνος κρυφά δυο χρυσόμηλα ή δυο σύκα για να γλυκάνει τη μέρα του.
Όταν όμως τέλειωσε το δημοτικό, άφησε πίσω του τα παιδικά παιχνίδια.
Πήρε τα πόδια του κι αργότερα, με ένα ποδήλατο, πήγαινε στην Αυλώνα, στον μάστορα Μαστίσιη να μάθει κτιστική.
Η πέτρα έγινε ο πρώτος του φίλος. Την πελέκαγε με υπομονή, την έκανε κεφαλοστύλι, την έβαζε στη θέση της σαν να της μιλούσε. Ο ιδρώτας του έσταζε στον ήλιο, κι ο ήλιος τον έκανε φυτίλι, μα δεν παραπονέθηκε ποτέ. Ήξερε πως η ζωή είναι ανηφόρα, κι εκείνος ήταν γεννημένος να την ανεβαίνει.
Πήρε ευχή από τις μεγάλες δυνάμεις και παντρεύτηκε. Με το μέλι της ευθύνης στα χέρια, έφτιαξε οικογένεια γιατί για εκείνον η οικογένεια δεν ήταν καθήκον· ήταν η χαρά του.
Έκτισε το σπίτι στην ανηφοριά, στην άκρη του χωριού, εκεί όπου ο δρόμος ανηφόριζε σαν να ήθελε να αγγίξει τον ουρανό. Ήταν ευρύχωρο, πέτρινο, κουμπρελλωτό του 1957, και στην αυλή του φύτεψε πολλά δέντρα, έκτισε αχυρώνα και γέμισε τον στάβλο με ζώα.
Απέκτησε παιδιά, γέμισε την αγκάλη του με ζωή.
Ο Αη Νικόλας τον ευλόγησε.
Στις γιορτές μαζευόταν όλο το χωριό, έβραζαν κουκιά με παντζάρια, έπιναν κρασί στερκό.
Με πολύ μεράκι έπαιζε λαούτο σε γάμους και πανηγύρια.
Ώσπου ήρθε η φουρτούνα. Η θάλασσα χωρίς νερό, τα κύματα θεόρατα και ένας φόβος ξαφνικός, καθώς βρέθηκε στο πέλαγος της θλίψης με τα χέρια άδεια. Στην προσφυγιά στάθηκε μπροστά στη συμφορά όπως στεκόταν πάντα: όρθιος. Έψαξε κουράγιο στην Παναγιά, άναψε αγιοκέρι, κι εκείνη του άνθισε το ξερό αγκάθι.
Δεν ξαναείδε το σπίτι στην ανηφοριά, μα το κουβαλούσε μέσα του σαν φως που δεν σβήνει.
Με δουλειά –με οποιαδήποτε δουλειά– ξεπέρασε τις δυσκολίες.
Στον νέο του αγώνα, τα όμορφα κορίτσια της προκοπής παντρεύτηκαν γρήγορα, του σήκωσαν το βάρος από το στήθος. Κι όταν έγινε παππούς, το παρατσούκλι τον στόλισε σαν στεφάνι. «Παππού, παππού», του φώναζαν, κι εκείνος χαμογελούσε με περηφάνεια!
Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν λυγίζουν· μόνο σκύβουν λίγο το κεφάλι και συνεχίζουν.Οι δοκιμασίες της ζωής τον δυνάμωσαν.
Τον ζήλεψαν οι άνθρωποι, μα τον αγάπησε ο Θεός.
Κι όταν η τελευταία φουρτούνα τον πλησίασε, στάθηκε πάλι δυνατός. Δεν άφησε τη λύπη να τον δαπανήσει. Άνοιξε τη φυλακή του χώρου, απομόνωσε την καταδίκη του χρόνου, κι έφυγε όπως έζησε: με αξιοπρέπεια.
Σήμερα, στη μέρα της μνήμης του, όσοι τον αγάπησαν θυμούνται.
Θυμούνται το παιδί στο Βασιλικό. Τον νέο στην Αυλώνα. Τον άντρα τον οικοδόμο, τον γεωργό, τον παττιχάρη, τον δουλευτή που αγαπούσε τους ανθρώπους.
Θυμούνται τον παππού που γέλασε, που έκλαψε, που πάλεψε.
Θυμούνται το σπίτι στην ανηφοριά, πάνω από τα σύννεφα εκεί ψηλά με την πόρτα ανοικτή να μας περιμένει, εκεί όπου δεν υπάρχει προσφυγιά, ούτε πόνος, ούτε φουρτούνα.
Η μνήμη του γίνεται προσευχή. Η προσευχή γίνεται φως. Και το φως δείχνει τον δρόμο της επιστροφής.
Αιωνία του η μνήμη.”










