Υπάρχουν άνθρωποι που δεν πρόλαβαν ποτέ να γνωρίσουν την ξέγνοιαστη πλευρά της ζωής. Ο Γιαννάκης Χαραλάμπους, ήταν ένας από αυτούς.
Την ιστορία αυτού του ανθρώπου από το μικρό χωριό της Σολέας, ανέδειξε η σελίδα στο Facebook “Κατύδατα”.
Γεννήθηκε στα Κατύδατα, παιδί του Χαράλαμπου και της Μυριάνθης . Ήταν μόλις τριών ετών όταν μια σοβαρή ασθένεια άλλαξε για πάντα τη ζωή του. Ύστερα από λανθασμένη θεραπεία έχασε σταδιακά την ομιλία του και εμφάνισε σοβαρές αναπτυξιακές δυσκολίες. Εκείνη την εποχή, όμως, η κοινωνία δεν γνώριζε πώς να αγκαλιάσει ανθρώπους σαν τον Γιαννάκη.
Σαν να μην έφτανε αυτό, στα πέντε του χρόνια έχασε τον πατέρα του, τον Χαράλαμπο, που έφυγε από τη ζωή μόλις στα 29 του χρόνια. Από τότε, η μητέρα του, η Μυριάνθη, έδωσε έναν μεγάλο αγώνα για να κρατήσει την οικογένειά της όρθια, ενώ ο παππούς του, Γιαννής και η γιαγιά του, Ευρυδίκη, έγιναν δεύτεροι γονείς του.
Το 1968, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά της, η Μυριάνθη πήρε τη δύσκολη απόφαση να μεταναστεύσει στην Αυστραλία μαζί με τις δύο κόρες της. Η καρδιά της, όμως, έμεινε στα Κατύδατα. Οι νόμοι της εποχής δεν επέτρεπαν τη μετανάστευση ατόμων με αναπηρίες και έτσι ο Γιαννάκης έμεινε πίσω, κοντά στον παππού Γιαννή και τη γιαγιά Ευρυδίκη. Το σχέδιό της ήταν να επιστρέψει όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν. Η ζωή είχε άλλα σχέδια.
Όταν οι γέροντες παππούδες του δεν μπορούσαν πλέον να τον φροντίζουν, οδηγήθηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας. Στην Κύπρο εκείνων των χρόνων δεν υπήρχαν οι δομές που θα του επέτρεπαν να ζήσει με την αξιοπρέπεια που άξιζε.
Και ύστερα ήρθε η 20ή Ιουλίου 1974….Οι βόμβες ναπάλμ της τουρκικής αεροπορίας έπεσαν πάνω στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας. Οι φλόγες τύλιξαν τους θαλάμους. Άνθρωποι ανυπεράσπιστοι, που δεν μπορούσαν να προστατεύσουν ούτε τον εαυτό τους, έγιναν θύματα του πολέμου. Ανάμεσά τους ήταν και ο Γιαννάκης.
Όταν η είδηση έφτασε στα Κατύδατα, ο παππούς του, ο Γιαννής, ο άνθρωπος που τον είχε μεγαλώσει σαν δικό του παιδί, δεν άντεξε. Πέντε ημέρες αργότερα άφησε κι εκείνος την τελευταία του πνοή, με την καρδιά του ραγισμένη από τον πόνο.
Για δεκαετίες ο Γιαννάκης έμεινε μακριά από τον τόπο που τον γέννησε. Η οικογένειά του δεν τον ξέχασε ποτέ. Όταν τα οστά του ταυτοποιήθηκαν και επέστρεψαν στα Κατύδατα, έκλεισε ένας κύκλος σχεδόν μισού αιώνα. Δεν επέστρεψε όπως θα το ευχόταν η μητέρα του, ούτε όπως τον περίμεναν οι δικοί του. Τον κήδεψαν οι ξάδερφες του, που έπαιζε μαζι τους στην αυλή της εκκλησίας. Επέστρεψε εκεί όπου ανήκε. Στο χώμα του χωριού του. Στον τάφο του πατλερα και του παππού του.
Ας είναι η μνήμη του αιώνια.











