ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

spot_img
spot_img
spot_img

Η θλιβερή ιστορία του Γεροτζιυπρή από τη Δένεια και η καλοσύνη του – Από τη Σκουριώτισσα στη Μικρασιατική καταστροφή

spot_img
Ιστορίες του χωρκού, από τον λογαριασμό “Η Δένεια του χθες”. Μια σελίδα στο Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης η οποία ανεβάζει ιστορίες από την εν λόγω κοινότητα και τους ανθρώπους της. 
Αυτή τη φορά έγραψε για τον  Κυπριανό Λοΐζου (Γέροτζιυπρής)
Διαβάστε αυτούσια την ιστορία: 
Ο Κυπριανός Λοΐζου, γνωστός στο χωριό μας ως Γέροτζιυπρής, γεννήθηκε το 1883.
Άνθρωπος εργατικός, συνεπής και με ανήσυχο πνεύμα, βρέθηκε το 1916 να εργάζεται στο μεταλλείο της Σκουριώτισσας, στη νεοϊδρυθείσα τότε εταιρεία CMC. Από νωρίς ξεχώρισε όχι μόνο για την εργατικότητά του αλλά και για ένα σπάνιο προσόν για την εποχή: τη γνώση της τουρκικής γλώσσας, τόσο σε προφορικό όσο και σε γραπτό λόγο.
Η διοίκηση της εταιρείας εκτίμησε γρήγορα τις ικανότητές του και τον προήγαγε σε επιστάτη. Δεν πέρασε πολύς καιρός και του ανατέθηκε ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη: στάλθηκε ως αρχιεπιστάτης σε μεταλλείο συμφερόντων της εταιρείας στη Μικρά Ασία, η οποία βρισκόταν τότε υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Στο μεταλλείο οι περισσότεροι εργάτες ήταν Τούρκοι. Ο Κυπριανός, χάρη στη γλώσσα και τον χαρακτήρα του, απέκτησε σύντομα οικειότητα μαζί τους. Τους φερόταν με δικαιοσύνη και σεβασμό και εκείνοι τον εκτιμούσαν αφάνταστα. Η δουλειά κυλούσε ομαλά και μέρα με τη μέρα γινόταν ευκολότερη.
Εκεί γνώρισε τη Λαβίνια. Αρραβωνιάστηκαν και έδειχναν έτοιμοι να χτίσουν κοινή ζωή. Όμως η Ιστορία είχε άλλα σχέδια. Η Μικρασιατική Εκστρατεία βρισκόταν σε εξέλιξη και τα νέα από το μέτωπο ήταν δυσοίωνα. Από προαίσθηση ίσως, ο Κυπριανός έστειλε τη Λαβίνια μαζί με την οικογένειά της στην Κύπρο, ενώ ο ίδιος παρέμεινε στο μεταλλείο.
Και τότε ξέσπασε η μπόρα. Η αντεπίθεση του Κεμάλ Ατατούρκ ανέτρεψε γρήγορα την ελληνική στρατιά και μέσα σε ελάχιστο χρόνο καταλήφθηκε και η Σμύρνη. Ο Κυπριανός παγιδεύτηκε. Συνελήφθη από Τούρκους τσέτες και βρέθηκε αντιμέτωπος με τον θάνατο.
Οδηγούμενος στο εκτελεστικό απόσπασμα, ανάμεσα στους μελλοθάνατους, ένας Τούρκος αξιωματικός τον αναγνώρισε. Ήταν παλιός εργάτης του μεταλλείου, άνθρωπος που είχε δουλέψει δίπλα του. Μίλησε στους υπόλοιπους και ο Κυπριανός παραμερίστηκε από τη γραμμή.
Ο αξιωματικός τον πλησίασε και του είπε:
«Κόρκμαν μπάς, Κυπριανέ. Ζάραρ γιοκ.»
(Μη φοβάσαι, Κυπριανέ. Δεν υπάρχει κίνδυνος.)
Παγωμένος από τον φόβο και βλέποντας τη μοίρα των άλλων, ο Κυπριανός δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Ο παλιός του συνάδελφος, τώρα αξιωματικός, του έσωσε τη ζωή. Τον πήρε στη Σμύρνη και από εκεί τον βοήθησε να φύγει με ψαροκάικο για τη Χίο.
Χρειάστηκαν μήνες περιπλάνησης, κακουχιών και αγωνίας μέχρι να καταφέρει να επιστρέψει στην Κύπρο. Όταν έφτασε στο χωριό, τον περίμενε το πιο σκληρό χτύπημα: η αρραβωνιαστικιά του, η Λαβίνια, είχε πεθάνει. Ήταν ήδη θαμμένη. Το όνομά της ήταν – και παραμένει – χαραγμένο δεξιά από την είσοδο του ιερού της εκκλησίας.
Λαβίνια.
Ο Κυπριανός δεν μίλησε πολύ. Ο πόνος έγινε σιωπή. Συνέχισε να εργάζεται στο μεταλλείο της Κοκκινοπεζούλας στο Μιτσερό. Εκεί παντρεύτηκε και απέκτησε μια κόρη, τη Θεοπίστη. Όμως η μοίρα στάθηκε ξανά σκληρή: η γυναίκα του πέθανε στον τοκετό. Έμεινε μόνος με το παιδί, κρατώντας όρθια τη ζωή του με δουλειά και αξιοπρέπεια.
Ως επιστάτης στο μεταλλείο, πολλοί συγχωριανοί του από τη Δένεια πήγαν να εργαστούν εκεί. Εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι επιστάτης ήταν ο Κυπριανός, συχνά απέφευγαν τη δουλειά και κοιμούνταν κάτω από τα πεύκα. Οι άλλοι εργάτες παραπονέθηκαν και η διοίκηση της εταιρείας έστειλε επιθεωρητή για έλεγχο.
Ο Κυπριανός, άγνωστο πώς, το πληροφορήθηκε. Πριν φτάσει ο επιθεωρητής, μάζεψε τους συγχωριανούς του και τους είπε:
— «Αύριο που θα ’ρθει ο επιθεωρητής, θέλω οι κούσποι σας να βγάζουν σπίθες.»
Την επόμενη μέρα ο επιθεωρητής ήρθε.
— «Κύριε Κυπριανέ», είπε, «έχω σοβαρά παράπονα…»
Ο Κυπριανός γέλασε ήρεμα.
— «Έλα να δεις με τα μάτια σου πώς δουλεύουν οι χωριανοί μου.»
Οι Δενειώτες, δασκαλεμένοι όπως ήταν, δούλευαν εκείνη τη μέρα σαν μηχανάκια. Ο επιθεωρητής απόρησε.
— «Κύριε Κυπριανέ», είπε στο τέλος, «από αύριο σε αυτούς τους εργάτες να δίνεις μισό σελίνι παραπάνω μεροκάματο.»
Ο επιθεωρητής έφυγε.
Και οι Δενειώτες, μόλις χάθηκε από τα μάτια τους, έπιασαν από ένα πεύκο ο καθένας… και το ’ριξαν στον ύπνο. Ο Γέροτζιυπρής χαμογέλασε. Και η ιστορία του έμεινε να περνά από στόμα σε στόμα, σαν μαρτυρία μιας εποχής σκληρής και ενός ανθρώπου ακέραιου.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ

spot_img

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful. Privacy Policy