Τα ριάλια της καρόττας, μια ακόμη ιστορία από τα παλιά από τον Ανδρέα Χριστοδούλου, με καταγωγή την Κατωκοπιά, η οποία κοινοποιήθηκε σε σελίδες κατεχόμενων χωριών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο στην Κατωκοπιά, όσο και σε άλλα χωριά της γύρω περιοχής, καλλιεργούνταν καρότα, κάτι που στις μέρες μας έχει πλεόν περιοριστεί αισθητά.
Διαβάστε την ιστορία:
Φύτεψε καλοκαιριάτικα μια σκάλα χειμωνιάτικα καρότα. Ήξερε πως ήταν ρίσκο, σχεδόν πείραμα. Ποτέ πριν δεν τόλμησε τέτοια σπορά μες στο λιοπύρι. Μα κάτι μέσα του έλεγε πως αν δεν πειραματιστεί κανείς, δεν θερίζει ποτέ κάτι νέο. Πρώτη φορά έβαζε τέτοια φυτεία. Συνήθως φύτευε το χειμώνα για να πάρει συγκομιδή τον Μάιο και αυτά προορίζονταν για τις ευρωπαϊκές αγορές. Ήταν δε χοντρά και μέτρια στο μέγεθος, όπως τους χαριτωμένους κοντοπάχουλους. Τα χειμωνιάτικα ήταν λεπτά και μακριά. Πέτυχε το πείραμα ξεκίνησε δε να ξεριζώνει επί καθημερινής βάσεως περί τις πενήντα οκάδες. Δύσκολη εργασία δεδομένου ότι δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις μηχανήματα επειδή το χειμώνα η γή είναι λασπωμένη. Ετσι το ξερίζωμα γινόταν με τα χέρια. Τα έκανε σωρό και καθώς έκοβε το φύλλωμα με κοφτερό μαχαίρι, ένιωθε τα μπράτσα του βαριά απ’ την καθημερινή επανάληψη, μα μέσα του φούντωνε μια σιωπηλή ικανοποίηση. Μια γλυκιά κούραση που έμοιαζε με νίκη πάνω στη γη και τον ιδρώτα. Τα μετέφερε σε κοφίνια και τα έπλενε στο αυλάκι με τρεχούμενο νερό, πολύ προσεκτικά, να μην γίνονται δύο κομμάτια, και τα τοποθετούσε με προσοχή, αφού τα στέγνωνε, πάνω σε υφασμάτινες σακούλες, σε ξύλινες κάσες των πέντε κιλών.
Κάθε πρωί στις πέντε το πρωί έπαιρνε τις κάσες στο καφενείο του χωριού, όπου στάθμευε το μικρό λεωφορειάκι του ο Δήμος. Ο Δήμος ανέβαινε στο ρετιρέ του λεωφορείου (καμπίνα), και τις έπαιρνε με τα δύο χέρια και τα ψήλωνε μέχρι να φτάσουν τα χέρια του Δήμου. Δέκα κάσες, ζυγισμένες, στοιχισμένες και με ένα σχοινί δεμένες, τις παρέδιδε στην Αγορά του Αγίου Αντωνίου στη Λευκωσία κάθε μέρα σε έναν χονδρέμπορο, τον Αντώναρο — τον γνώριζε χρόνια και του είχε τυφλή εμπιστοσύνη — με το αντίτιμο, εννοείται, το νενομισμένο αγώγιο: ένα σελίνι την κάσα.
Ένα βράδυ του Μάρτη στο καφενείο της εκκλησιάς, που η άνοιξη θύμιζε χειμώνα, ο Δήμος τον φώναξε. Κουμπάρε, πόψε θα σε ππαραώσω. Ο Αντώναρος, ο έμποράς σου, στέλλει τα λεφτά για τα καρότα. Μέσα σε τούτο το φάκελο έχει πεντακόσιες λίρες. Έτσι μου είπε. Ούτε τον άνοιξα, ούτε τα μέτρησα. — Ούτε εγώ θα τον ανοίξω δαμαί στον καφενέ, ούτε θα τα μετρήσω. Άρκόψες νά ‘ρτεις στο σπίτι μου να φάμε.
Έβαλε τον φάκελο μέσα στην εσωτερική πούγκα του σάκου του, που φιλούσε το μέρος της καρδιάς, και πήγε στο σπίτι του. — Γυναίκα, έμαθες τα νέα; — Μα ποια νέα, άντρα μου; — Μέσα σε τούτο τον σάκο έχει πεντακόσιες λίρες, και θα σου δώσω εκατό λίρες να πάεις να ψουμνίσεις ό,τι θέλεις κι εσύ και τα παιδιά μας, της είπε, βγάζοντας τον σάκο από πάνω του. Τον κρέμασε πάνω σε ένα κρεμαστάράκι πίσω από την πόρτα. Όλα τα σπίτια είχαν καρφιά και κρεμασταράκια πίσω από τις πόρτες όλων των δωματίων.
Η γυναίκα του πήρε μεγάλη χαρά και του είπε. Τα δικαιούμαστε κι εγώ και τα παιδιά. Σε βοηθήσαμε πάρα πολύ. — Είναι αλήθεια, χωρίς εσάς δεν θα μπορούσα να κάνω τούτη τη δουλειά.
Δειπνήσανε, ήπιαν και μια πινιά κρασιού, με τη φωτιά να σιγοκαίει στο τζάκι και το φως της λάμπας να λυγίζει σκιές στους τοίχους. Το σπίτι είχε βουτήξει σε μια γαλήνη βαθιά, σχεδόν ιερή, σαν να κρατούσε την αναπνοή του πριν το ξέσπασμα μιας καταιγίδας. Πήγαν για ύπνο με την χαρά που ο κόπος τους έφερε υπολογήσιμα χρήματα, την ψυχή γεμάτη , ήσυχη, για το καλό αποτέλεσμα . Τα παιδιά είχαν ήδη κοιμηθεί και επικρατούσε πλήρης ησυχία στο σπίτι. Πριν προλάβουν να κλείσουν τα μάτια τους, κάποιος κτυπούσε δυνατά την πόρτα.
Σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα χωρίς να πάρει τη λάμπα μαζί του.
— Ποιος είναι; ρώτησε. — Εγώ, κουμπάρε. — Μα ποιος εσύ;
Δεν κατάλαβε πώς, αλλά τέσσερις μαντράχαλοι ήταν ήδη μέσα στον ηλιακό του σπιτιού. — Πού ‘ντα τα ριάλια; Δώσ’ μας τα και δεν θα πάθεις τίποτε. — Μα ποια ριάλια; — Τα ριάλια που σου έδωκε ο Δήμος στο καφενέ πόψε, μέσα στον φάκελο. — Μα δεν μου έδωκε ούτε φάκελο, ούτε ριάλια.
Με μια γερή σπρωξιά της πόρτας του δωματίου μπήκαν μέσα και το ανακούτρεψαν κυριολεκτικά. Τα παιδιά κρατήθηκαν απ’ τη φούστα της μάνας τους κι εκείνη τα αγκάλιασε σφιχτά χωρίς να βγάλει άχνα. Στην άκρη του δωματίου, το φώς της λάμπας πετρελαίου τρεμόπαιζε, σκορπώντας αδύναμες σκιές σε πρόσωπα παγωμένα. Άνοιξαν τα ερμάρια, έβγαλαν όλα τα σεντόνια, τα ρούχα, σήκωσαν όλα τα κρεβάτια έψαξαν στην ασημοθήκη, στην αρμαρόλα, παντού, μα ριάλια δεν βρήκαν.
Τον απείλησαν με ένα πιστόλι, αλλά δεν φοβήθηκε. Η πόρτα έμεινε ανοικτή, ακουμπισμένη στον τοίχο, κι ο σάκος του κρεμασμένος πίσω απο τη πόρτα, στο καρφί, και τα λεφτά μέσα. Στον αιώνα τον άπαντα δεν θα τα εύρισκαν. κι όμως ήταν εκεί, δίπλα τους, κρεμασμένα πίσω απ’ την πόρτα, λες και η μοίρα ήθελε να δείξει πως τα πιο ασφαλή μυστικά βρίσκονται συχνά στο φως, όχι στο σκοτάδι.







