Τη συνέχιση της μείωσης των παράνομων αφίξεων, την αποτελεσματική εφαρμογή των επιστροφών και τον εξορθολογισμό της νόμιμης μετανάστευσης, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της οικονομίας, θέτει ως στόχους το Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, σε ανακοίνωσή του την Κυριακή, με αφορμή τη νέα Ευρωπαϊκή Ετήσια Έκθεση για το Άσυλο και τη Μετανάστευση.
Παράλληλα, το Υφυπουργείο επισημαίνει την ανάγκη η ευρωπαϊκή στήριξη προς την Κύπρο να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της χώρας και να συμβάλλει στην αποσυμφόρηση του συστήματος και των υποδομών.
«Στόχος μας είναι να συνεχιστεί η μείωση των παράνομων αφίξεων, οι αποτελεσματικές επιστροφές, η παροχή προστασίας μόνο σε όσους τη δικαιούνται και ο εξορθολογισμός της νόμιμης μετανάστευσης, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας», αναφέρει το Υφυπουργείο.
Σημειώνει ότι η έκθεση, η οποία παρουσιάστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 6 Νοεμβρίου, κατατάσσει την Κύπρο μαζί με την Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία μεταξύ των κρατών μελών που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό μεταναστευτική πίεση, λόγω των αυξημένων παράνομων ροών των προηγούμενων ετών.
Σύμφωνα με την αξιολόγηση της Επιτροπής, οι καταγεγραμμένες παράνομες διελεύσεις προς την Κύπρο μειώθηκαν κατά 34% την περίοδο Ιουλίου 2025 – Ιουνίου 2026, σε σύγκριση με το προηγούμενο δωδεκάμηνο. Η μείωση αποδίδεται στις λιγότερες αφίξεις από τη Συρία και στη συνεχιζόμενη συνεργασία με τις λιβανικές αρχές.
Όπως αναφέρει το Υφυπουργείο, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση για τη Δεξαμενή Αλληλεγγύης του 2027, ενώ το συνολικό μέγεθος και οι επιμέρους συνεισφορές θα καθοριστούν από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η στήριξη μπορεί να περιλαμβάνει μετεγκαταστάσεις αιτούντων άσυλο, οικονομικές συνεισφορές, διάθεση προσωπικού και άλλου είδους επιχειρησιακή υποστήριξη.
«Για το Υφυπουργείο, προτεραιότητα είναι τα διαθέσιμα εργαλεία να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της χώρας και να συμβάλλουν ουσιαστικά στην αποσυμφόρηση του συστήματος και των υποδομών», αναφέρεται στην ανακοίνωση. Παράλληλα, σημειώνεται ότι για το 2026 η Κύπρος έλαβε έγκριση για τη μετεγκατάσταση 1.200 αιτούντων άσυλο.
Η έκθεση αναδεικνύει επίσης τις επιδόσεις της Κύπρου στις επιστροφές, σημειώνοντας ότι καταγράφει τις περισσότερες αποφάσεις επιστροφής αναλογικά με τον πληθυσμό και το ΑΕΠ της, ενώ συγκαταλέγεται στα πέντε κράτη μέλη που υλοποίησαν πάνω από τις μισές επιστροφές προς τρίτες χώρες σε επίπεδο ΕΕ.
Το Υφυπουργείο συνδέει τα ευρήματα αυτά με την πολιτική της Κυβέρνησης, η οποία, όπως αναφέρει, επικεντρώνεται στον αυστηρό έλεγχο των αφίξεων, στην ταχύτερη εξέταση των αιτήσεων ασύλου, στην καταπολέμηση των δικτύων διακίνησης και στην εφαρμογή των αποφάσεων επιστροφής. Προσθέτει ότι «η προστασία όσων πραγματικά τη δικαιούνται πρέπει να συνδυάζεται με την επιστροφή όσων δεν διαθέτουν νόμιμο δικαίωμα παραμονής, με σεβασμό στο ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο».
Η έκθεση καταγράφει επίσης πρόοδο στην εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο από τα κράτη μέλη. Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, το Υφυπουργείο αναφέρεται στην εφαρμογή των νέων διαδικασιών ελέγχου και διαλογής στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής «Πουρνάρα», στην προσαρμογή του νομοθετικού και διοικητικού πλαισίου, στην αναβάθμιση των υποδομών και στην ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων, την αντιμετώπιση των δικτύων διακίνησης και την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των επιστροφών ανταποκρίνονται σε προτεραιότητες που αναδεικνύει η Κύπρος.
Το Υφυπουργείο αναφέρει ότι θα συνεχίσει να αξιοποιεί τα ευρωπαϊκά εργαλεία και τη συνεργασία με τους εταίρους, με στόχο τη μείωση της πίεσης στις δημόσιες υπηρεσίες και τις τοπικές κοινωνίες, την επιτάχυνση των διαδικασιών και την αποτελεσματική εφαρμογή των αποφάσεων επιστροφής.












