Στην εκπομπή «Πρωτοσέλιδο» του Σίγμα φιλοξενήθηκε ο γεωργοκτηνοτρόφος Ιδαλίου, Χαράλαμπος Αθανασίου, ο οποίος μίλησε για τον αφθώδη πυρετό, την ώρα που όπως ανέφερε, οι κτηνοτρόφοι βρέθηκαν στο στόχαστρο.
Ο ίδιος έκανε λόγο για μια διαχρονική παθογένεια του κρατικού μηχανισμού.
«Δυστυχώς σε αυτό το νησί μάθαμε να τρέχουμε τα γεγονότα από πίσω και όχι να τα αποκρούουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά, παραπέμποντας ακόμη και στην περσινή αντιπυρική περίοδο. «Λέγαμε ότι είμαστε πανέτοιμοι και τελικά καήκαμε», πρόσθεσε, θέλοντας να καταδείξει, όπως είπε, την έλλειψη πρόληψης.
Ο κ. Αθανασίου ξεκαθάρισε ότι ενδεχομένως να υπάρχουν ευθύνες, ακόμη και από πλευράς κτηνοτρόφων, ωστόσο αυτή τη στιγμή προτεραιότητα έχει ο περιορισμός της εξάπλωσης. «Μπορεί και ένας κτηνοτρόφος να έχει την ευθύνη. Αλλά τώρα δεν είναι η ώρα για ευθύνες. Οι ευθύνες μπορούν να περιμένουν. Η εξάπλωση όμως πρέπει να σταματήσει», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι το διακύβευμα είναι «τα ζώα μας, η οικονομία και το μέλλον του τόπου».
Αναφερόμενος στην περιοχή του Δαλιού, σημείωσε πως έχουν ήδη ληφθεί αυστηρά μέτρα αυτοπροστασίας. «Όλοι κλείσαμε τις φάρμες περιμετρικά. Η είσοδος επιτρέπεται μόνο εκ του αναγκαίου, για παραλαβή γάλακτος ή ζωοτροφών και αφού προηγηθεί ψεκασμός των οχημάτων», είπε.
Στην περιοχή λειτουργούν περίπου 50 μονάδες με πρόβατα και αγελάδες, ενών όπως αποκάλυψε βρίσκεται σε συνεννόηση με τον Δήμαρχο ώστε να τοποθετηθούν σημεία απολύμανσης στις εισόδους και εξόδους των μονάδων.
«Ο κόσμος της κτηνοτροφίας είναι ευσυνείδητος. Ανησυχεί και κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια, έστω και με προσωπικό κόστος, να προστατέψει τη ζωή του. Γιατί είναι η ζωή μας, είναι οι κόποι μας», ανέφερε, περιγράφοντας και τη δύσκολη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι παραγωγοί.
Ερωτηθείς για τα μέτρα που είχαν ληφθεί το προηγούμενο διάστημα, ο κ. Αθανασίου εξέφρασε την άποψη ότι ίσως έπρεπε να ληφθούν πιο δραστικές αποφάσεις.
«Ίσως να ήταν θετικό το κλείσιμο των οδοφραγμάτων και φυσικά πιο εντατικός έλεγχος στη νεκρή ζώνη», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η περιοχή όπου δραστηριοποιούνται συνορεύει με τη νεκρή ζώνη και –κατά την άποψή του– δεν υπήρξε ο απαιτούμενος έλεγχος.
Μιλώντας για αδράνεια, υπενθύμισε πως υπήρχαν προειδοποιήσεις από τον περασμένο Δεκέμβριο. «Όταν σου χτυπά την πόρτα μια προειδοποίηση, τα μέτρα πρέπει να είναι πιο δραστικά. Όχι μόνο μια ακτίνα τριών χιλιομέτρων και τέλος», σημείωσε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη διαδικασία που ακολουθείται όταν πεθάνει ένα ζώο, απαντώντας στις καταγγελίες περί απόκρυψης.
«Δεν μπορούν να αποκρυφθούν ζώα. Όλα είναι καταγεγραμμένα», τόνισε. Όπως εξήγησε, το νεκρό ζώο απομονώνεται άμεσα, ειδοποιείται η συνεργαζόμενη εταιρεία με τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, εκδίδεται πιστοποιητικό και το ζώο οδηγείται για αποτέφρωση, ώστε να αποκλειστεί από την τροφική αλυσίδα.
Ωστόσο, κατήγγειλε σοβαρές ελλείψεις: «Στο τηλεφωνικό κέντρο ζητούν οδηγούς εδώ και έξι μήνες. Δεν μπορεί ένα νεκρό ζώο να περιμένει δύο μέρες για να παραληφθεί. Αυτό είναι έλλειψη οργάνωσης».
Σε ό,τι αφορά την αιτία θανάτου, ξεκαθάρισε πως μόνο ο κτηνίατρος μπορεί να κάνει διάγνωση. «Ο αφθώδης πυρετός δεν φέρνει αιφνίδιο θάνατο. Προηγούνται συμπτώματα, που μπορεί να μοιάζουν με άλλες νόσους. Χρειάζεται έρευνα», είπε, σημειώνοντας πως στην πρώτη μονάδα που εντοπίστηκε κρούσμα τα περιστατικά αυξήθηκαν σταδιακά, γεγονός που οδήγησε σε περαιτέρω διερεύνηση.
«Προέχει να αποτρέψουμε την εξάπλωση»
Ο κ. Αθανασίου απέφυγε να υιοθετήσει κατηγορίες περί εσκεμμένης απόκρυψης. «Δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν. Ας κάνει τη δουλειά της η αρμόδια υπηρεσία», ανέφερε.
Επέμεινε, ωστόσο, ότι το ζητούμενο είναι η άμεση λήψη «δρακόντειων μέτρων» για να αποτραπεί η περαιτέρω εξάπλωση, προειδοποιώντας για αλυσιδωτές επιπτώσεις.
«Αν δεν τα καταφέρουμε, το πλήγμα θα είναι τεράστιο. Θα λείψει γάλα, θα λείψει φέτα, θα επηρεαστούν οι εξαγωγές. Έχει δει κανείς τι κρίση θα υπάρξει;» διερωτήθηκε, κλείνοντας με σαφή μήνυμα αγωνίας για την επόμενη ημέρα της κυπριακής κτηνοτροφίας.
Δηλώσεις Σωτηρίας Γεωργιάδου, Ανώτερος Κτηνιατρικός Λειτουργός, Εκπρόσωπος Τύπου των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών
Σε ερώτηση για τους ψεκασμούς οχημάτων στα οδοφράγματα, απάντησε πως «οι ψεκασμοί στα οδοφράγματα ξεκίνησαν με την εντόπιση του κρούσματος στα κατεχόμενα και ήταν στα σημεία που περνούσαν τα αυτοκίνητα με ειδικά χαλιά τα οποία εμποτίζονταν και με ψεκαστήρες όπου χρειαζόταν. Το σημαντικό είναι όταν γυρνά ο τροχός του αυτοκινήτου από το ένα σημείο μέχρι το άλλο, να περάσει πάνω από ένα απολυμαντικό», εξήγησε.
Ανέφερε ακόμα πως «τα συγκεκριμένα χαλιά που χρησιμοποιούνταν βρέχονταν με τα απολυμαντικά και αυτός ήταν ο λόγος που τοποθετήθηκαν, έτσι ώστε περνώντας οι τροχοί (των αυτοκινήτων) να μην μπορέσουν να μεταφέρουν οτιδήποτε, μέσα στην άσφαλτο».
Σε άλλη ερώτηση απάντησε πως «οι συγκεκριμένοι ψεκασμοί σταμάτησαν γύρω στα τέλη Ιανουαρίου, αρχές Φεβρουαρίου. Είχαν ολοκληρωθεί τα μέτρα, είχαν ολοκληρωθεί οι δειγματοληψίες, είχαν βγει όλα αρνητικά στα μέτρα που είχαμε λάβει πριν» είπε και πρόσθεσε ότι «δεν υπήρχε ένδειξη για να συνεχίσουμε» με τα συγκεκριμένα μέτρα.
Σε ερώτηση κατά πόσον δεν υποψιάστηκαν οι αρμόδιες Υπηρεσίες κάτι, από το γεγονός ότι σε μια κτηνοτροφική μονάδα είχαν πεθάνει άνω των 100 ζώων, εξήγησε ότι «ούτως ή άλλως οι επιδημιολογικές διερευνήσεις γίνονται σε όλες τις μονάδες που λήφθηκαν δείγματα. Και όχι μόνο για τα νεκρά τους ζώα, για τους σανούς τους, για τις μετακινήσεις τους, για το πού πήγαν και ήρθαν τα αυτοκίνητα τους». Πρόσθεσε πως «ό,τι στοιχεία πέραν αυτού, προκύπτει οποιοδήποτε παράπτωμα, έχουν ήδη δοθεί σε Αστυνομία για να κάνει περαιτέρω έρευνες».
Η κ. Γεωργιάδου κλήθηκε να απαντήσει σε ερώτηση πόσο πεπεισμένες είναι οι Υπηρεσίες πως οι ζωοτροφές έφτασαν στις ελεύθερες περιοχές από τα κατεχόμενα ή αν αποκλείεται εντελώς το γεγονός να είναι από εισαγωγέα από το εξωτερικό η ελαττωματική τροφή που έφαγαν τα ζώα και πιθανόν να προκλήθηκε ο αφθώδης πυρετός.
Δηλώσεις Προέδρου Επιτροπής Γεωργίας, κ. Γαβριήλ:
Η κρίση που βιώνει η κυπριακή κτηνοτροφία από την περασμένη εβδομάδα με τον εντοπισμό κρουσμάτων αφθώδους πυρετού, αποτελεί πιθανότατα τον μεγαλύτερο κίνδυνο που αντιμετώπισε ποτέ η κυπριακή κτηνοτροφία. Με άγνωστο αυτή τη στιγμή το εύρος της συνολικής ζημιάς που θα υποστεί ο κτηνοτροφικός τομέας και η οικονομία του τόπου, αφού η κατάσταση είναι δυναμική και εξελίσσεται συνεχώς.
Το πρώτιστο αυτή τη στιγμή είναι ο περιορισμός της εξάπλωσης της ασθένειας και η τάχιστη αποζημίωση και στήριξη των πληγέντων κτηνοτρόφων. Σε επόμενο στάδιο βεβαίως θα εξετάσουμε και ενδεχόμενες ευθύνες που πιθανόν να υπάρχουν για την εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση που βιώνουμε.
Λυπούμαι να σημειώσω όμως ότι, από την ενημέρωση σήμερα στην Επιτροπή Γεωργίας, η ανησυχίες μας όχι απλώς δεν καθησυχάστηκαν, αλλά εντάθηκαν. Πρέπει να πω επίσης ότι προκαλεί αλγεινή εντύπωση ότι αντί άμεσης στήριξης των πληγέντων κτηνοτρόφων, η κυβέρνηση επέλεξε να τους στοχοποιήσει με εμπλοκή των αστυνομικών αρχών.
Το Υπουργείο Γεωργίας, μας ενημέρωσε ότι μετά τον εντοπισμό κρούσματος στα κατεχόμενα τον περασμένο Δεκέμβριο, έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα αποτροπής εξάπλωσης της νόσου, σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από την πράσινη γραμμή. Μετά τον εντοπισμό της ασθένειας και στις ελεύθερες περιοχές, οι αρμόδιοι ανέφεραν ότι λαμβάνονται μέτρα περιορισμού και αποτροπής σε παγκύπριο επίπεδο.
Κτηνοτρόφοι όμως καταγγέλλουν ελλιπή μέτρα και απουσία των αρμοδίων αρχών. Καταγγέλλουν επίσης ότι ακόμα και μετά την επίσημη διαπίστωση των κρουσμάτων, οι οδηγίες για το τί πρέπει να πράξουν δεν είναι σαφείς και οι αρμόδιοι απουσιάζουν.
Όσον αφορά την επιλογή του εμβολιασμού για τον περιορισμό της διασποράς της νόσου, οι αρμόδιοι ανέφεραν ότι παρότι ζήτησαν από την Ε.Ε εμβόλια, η απόφαση για ενδεχόμενο εμβολιασμό θα ληφθεί τις επόμενες μέρες σε συνεννόηση με τους ευρωπαίους εμπειρογνώμονες που θα έλθουν στην Κύπρο.
Κλείνω επαναλαμβάνοντας ότι το πρώτο μέλημα των αρμοδίων αρχών πρέπει να είναι ο περιορισμός της εξάπλωσης της νόσου και η άμεση στήριξη των κτηνοτρόφων. Τις επόμενες μέρες αναλόγως των εξελίξεων, η Επιτροπή Γεωργίας θα επανέλθει για να επανεξετάσει την κατάσταση και τα μέτρα στήριξης που θα αποφασιστούν.










