Στο 26,2% ανήλθε το 2025 το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ενεργειακή κατανάλωση της ΕΕ, από 12,5% το 2010, σύμφωνα με ανακοίνωση της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας της Κομισιόν που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα.
Η Κομισιόν επισημαίνει ότι, παρά την αύξηση των τελευταίων ετών, απαιτείται περαιτέρω πρόοδος προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι για το 2030. Η ΕΕ έχει θέσει νομικά δεσμευτικό στόχο οι ανανεώσιμες πηγές να αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 42,5% της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας έως το τέλος της δεκαετίας, ενώ τα κράτη μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν συμφωνήσει να επιδιώκεται ποσοστό 45%.
Σύμφωνα με τη Γενική Διεύθυνση Ενέργειας, η ανάπτυξη έργων ανανεώσιμων πηγών μπορεί να ενισχύσει την ενεργειακή ανεξαρτησία της ΕΕ και να δημιουργήσει οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη στις τοπικές κοινότητες όπου εγκαθίστανται τα έργα.
Στα οικονομικά οφέλη περιλαμβάνονται, σύμφωνα με την ανακοίνωση, νέες επενδύσεις, αύξηση της τοπικής οικονομικής δραστηριότητας, δημιουργία θέσεων εργασίας στην κατασκευή, λειτουργία και συντήρηση εγκαταστάσεων, καθώς και νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες για τοπικούς προμηθευτές.
Ως παράδειγμα αναφέρεται έρευνα για φωτοβολταϊκό πάρκο μέσης ισχύος 15,2 MW στην Ισπανία, το οποίο δημιουργεί λίγο περισσότερες από 10 νέες θέσεις εργασίας κατά την περίοδο κατασκευής του στον δήμο όπου πραγματοποιείται η επένδυση.
Η ανακοίνωση αναφέρει επίσης ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις που βρίσκονται κοντά σε εγκαταστάσεις ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μπορούν να επωφελούνται άμεσα, μέσω συμμετοχής στα έργα, ή έμμεσα, μέσω τοπικών φόρων και τελών, δημόσιων εσόδων ή χαμηλότερου ενεργειακού κόστους.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το παράδειγμα που παραθέτει η Κομισιόν, οι φορείς ανάπτυξης έργων ανανεώσιμης ενέργειας και υβριδικών έργων υποχρεούνται να αποδίδουν μέρος των σχετικών οφελών στους κατοίκους των περιοχών όπου λειτουργούν οι εγκαταστάσεις. Το 40% του ειδικού τέλους αποδίδεται μέσω των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας στους καταναλωτές που κατοικούν κοντά στις εγκαταστάσεις, με τη μορφή μειώσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.
Το υπόλοιπο 60% κατευθύνεται στις τοπικές αρχές για περιβαλλοντικές δράσεις, έργα τοπικής ανάπτυξης και μέτρα κοινωνικής στήριξης.
Ανάλογοι μηχανισμοί λειτουργούν και μέσω κοινοτικών ταμείων, όπως για παράδειγμα στην Ιρλανδία, όπου έργα που στηρίζονται από το Σχέδιο Στήριξης Ηλεκτρικής Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές υποχρεούνται να καταβάλλουν τουλάχιστον 2 ευρώ ανά MWh σε Ταμεία Οφέλους για την Κοινότητα. Τοπικές επιτροπές αποφασίζουν για τη διάθεση των χρημάτων, τα οποία μπορούν να χρηματοδοτήσουν σχολεία, υπηρεσίες υγείας, πολιτιστικά έργα, κατάρτιση και υποδομές.
Η Γενική Διεύθυνση Ενέργειας επισημαίνει ακόμη τη σημασία της συμμετοχής των πολιτών στον σχεδιασμό έργων. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το 88% των πολιτών της ΕΕ υποστηρίζει τη δράση της Ένωσης για την αύξηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ωστόσο σε τοπικό επίπεδο μπορεί να εκφράζονται ανησυχίες για συγκεκριμένες εγκαταστάσεις.
Η έλλειψη τοπικής αποδοχής μπορεί, όπως αναφέρεται, να οδηγήσει σε καθυστερήσεις, ενώ η συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων από τα πρώτα στάδια του σχεδιασμού μπορεί να περιορίσει εμπόδια και δικαστικές προσφυγές.
Ως παράδειγμα αναφέρεται η περιφέρεια Μπούργκενλαντ της Αυστρίας, όπου πολίτες συμμετείχαν στις διαδικασίες χωροταξικού σχεδιασμού αιολικών και φωτοβολταϊκών έργων μαζί με φορείς ανάπτυξης και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, κανένα από τα συγκεκριμένα έργα δεν προσβλήθηκε δικαστικά.
Η Κομισιόν αναφέρεται επίσης στην ανάγκη αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης γύρω από τις ανανεώσιμες πηγές. Ειδικά για την ηλιακή ενέργεια, σημειώνει ότι, παρά τις ανησυχίες σχετικά με τον ανταγωνισμό για γεωργική γη, εκτιμάται ότι ακόμη και έως το 2040 πολύ λιγότερο από το 1% της γης θα χρησιμοποιείται για παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ενώ είναι δυνατές και συνδυασμένες χρήσεις γης και θάλασσας.










