Η εφαρμογή του Συμφώνου της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο (12/06), η πρόοδος που έχει επιτευχθεί από τα κράτη μέλη κατά την προπαρασκευαστική περίοδο των δύο τελευταίων ετών και η ανάγκη διατήρησης της ισορροπίας μεταξύ ευθύνης και αλληλεγγύης, συζητήθηκαν τη Δευτέρα στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (LIBE) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες.
Εκ μέρους της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου, ο Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Νικόλας Ιωαννίδης, χαρακτήρισε την έναρξη εφαρμογής του Συμφώνου ως σημαντικό ορόσημο για την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, υπογραμμίζοντας ότι το νέο πλαίσιο φιλοδοξεί να αντικαταστήσει τις αποσπασματικές προσεγγίσεις του παρελθόντος με ένα συνεκτικό σύστημα κοινών κανόνων, διαδικασιών και υποχρεώσεων.
Στην ομιλία του, ο κ. Ιωαννίδης ανέφερε ότι η επόμενη εβδομάδα σηματοδοτεί μία ιδιαίτερα σημαντική στιγμή για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς, έπειτα από χρόνια διαπραγματεύσεων και δύο χρόνια εντατικής προετοιμασίας, το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο θα τεθεί σε εφαρμογή.
Πρόσθεσε ότι η έναρξη εφαρμογής του Συμφώνου δεν αφορά απλώς την ενεργοποίηση ενός νομοθετικού πακέτου, αλλά αποτελεί την κορύφωση μίας πολύχρονης προσπάθειας αντιμετώπισης των αδυναμιών που ανέδειξε η μεταναστευτική κρίση του 2015 και μετάβασης από ένα κατακερματισμένο σύστημα σε ένα πιο ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Ο Υφυπουργός σημείωσε ότι για πολλά χρόνια η διαχείριση της μετανάστευσης στην Ευρώπη βασιζόταν κυρίως σε ad hoc λύσεις, γεγονός που οδήγησε σε κενά, διαρθρωτικές αδυναμίες και άνιση κατανομή ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών. Παρατήρησε ότι το Σύμφωνο επιχειρεί να αλλάξει αυτή την κατάσταση, καθώς για πρώτη φορά όλα τα κράτη μέλη καλούνται να λειτουργούν στο πλαίσιο ενός ενιαίου συστήματος που στηρίζεται σε κοινούς κανόνες και διαδικασίες, αλλά και σε κοινές ευθύνες.
Ο κ. Ιωαννίδης ανέφερε ότι η εφαρμογή του Συμφώνου αποτέλεσε μία από τις βασικές προτεραιότητες της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ. Όπως είπε, καθ’ όλη τη διάρκεια της Προεδρίας υπήρξε στενή συνεργασία με την Κομισιόν, τους αρμόδιους οργανισμούς της ΕΕ και τα κράτη μέλη για τον συντονισμό των απαραίτητων προετοιμασιών.
Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε ότι η Κύπρος θα φιλοξενήσει την επόμενη εβδομάδα υπουργική διάσκεψη, την ημέρα κατά την οποία το Σύμφωνο θα τεθεί σε πλήρη λειτουργία, με στόχο να υπογραμμιστεί η πολιτική σημασία του νέου πλαισίου.
Αναφερόμενος στην τελευταία έκθεση της Κομισιόν για την εφαρμογή του Συμφώνου, ο Υφυπουργός είπε ότι καταγράφεται ουσιαστική πρόοδος σε όλους τους βασικούς πυλώνες, προσθέτοντας ωστόσο ότι εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό έργο που πρέπει να ολοκληρωθεί.
Εξήγησε ότι τα κράτη μέλη έχουν προχωρήσει τα τελευταία δύο χρόνια σε εκτεταμένες προσαρμογές των συστημάτων τους, περιλαμβανομένης της αναβάθμισης των δομών υποδοχής, της δημιουργίας νέων διαδικασιών ασύλου, της ενίσχυσης της διοικητικής τους ικανότητας, της ανάπτυξης πληροφοριακών συστημάτων και της δημιουργίας των αναγκαίων επιχειρησιακών δομών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην προετοιμασία για την αντιμετώπιση κρίσεων, χαρακτηρίζοντάς την ως ένα από τα σημαντικότερα αλλά λιγότερο ορατά επιτεύγματα της διαδικασίας εφαρμογής. Τόνισε ότι για πρώτη φορά τα κράτη μέλη έχουν αναπτύξει μηχανισμούς σχεδιασμού έκτακτης ανάγκης με στόχο την ενίσχυση της ετοιμότητας και της ανθεκτικότητάς τους απέναντι σε ενδεχόμενες κρίσεις.
Αναφερόμενος στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής, υπογράμμισε ότι το Σύμφωνο δεν περιορίζεται στη διαχείριση της παράτυπης μετανάστευσης, αλλά λειτουργεί παράλληλα με πρωτοβουλίες που αφορούν τις νόμιμες οδούς μετανάστευσης, όπως η Δεξαμενή Ταλέντων της ΕΕ (EU Talent Pool), το Πλαίσιο Επανεγκατάστασης της ΕΕ και η Στρατηγική Θεωρήσεων της ΕΕ.
Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η σχέση μεταξύ νόμιμης και παράτυπης μετανάστευσης είναι σύνθετη και δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως μία απλή σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Πρόσθεσε ότι η δυνατότητα των κρατών μελών να αναπτύξουν αποτελεσματικά σχήματα νόμιμης μετανάστευσης συνδέεται συχνά με την αποτελεσματικότητα του συνολικού τους συστήματος διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών.
Ο Υφυπουργός ανέφερε πως η δημιουργία ενός ισχυρότερου πλαισίου διαχείρισης της μετανάστευσης, το οποίο θα συμβάλλει στον περιορισμό των παράτυπων αφίξεων και στην αποτροπή καταχρήσεων του συστήματος, μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για καλύτερα οργανωμένες και αποτελεσματικά διαχειριζόμενες νόμιμες οδούς μετανάστευσης.
Ο κ. Ιωαννίδης στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία των αρχών της ευθύνης και της αλληλεγγύης, τις οποίες χαρακτήρισε ως θεμελιώδη στοιχεία του νέου πλαισίου. Όπως ανέφερε, η εμπειρία των τελευταίων ετών κατέδειξε τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν τα κράτη μέλη πρώτης γραμμής όταν κλήθηκαν να διαχειριστούν δυσανάλογες μεταναστευτικές πιέσεις χωρίς επαρκή στήριξη.
Το Σύμφωνο, σημείωσε, επιχειρεί να αντιμετωπίσει αυτή την αδυναμία μέσω ενός πιο προβλέψιμου και δομημένου συστήματος αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών, υπογραμμίζοντας ότι η αλληλεγγύη πρέπει να λειτουργεί στην πράξη με τρόπο δίκαιο, αξιόπιστο και απτό.
Παράλληλα, επισήμανε ότι, παρά τις εγγυήσεις και τους μηχανισμούς που προβλέπει το νέο πλαίσιο, κανένα κοινό σύστημα δεν μπορεί να αποδώσει μακροπρόθεσμα εάν όλα τα κράτη μέλη δεν αναλαμβάνουν το δίκαιο μερίδιό τους στη συλλογική ευθύνη.
Ο Υφυπουργός αναφέρθηκε επίσης στις συνεχιζόμενες εργασίες για τον Κανονισμό Επιστροφών, σημειώνοντας ότι οι διοργανικές διαπραγματεύσεις συνεχίζονται και εκφράζοντας την ελπίδα να επιτευχθεί συμφωνία. Όπως είπε, ο συγκεκριμένος Κανονισμός θεωρείται συχνά το «χαμένο κομμάτι» της συνολικής αρχιτεκτονικής του Συμφώνου και η ολοκλήρωσή του θα ενισχύσει περαιτέρω τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα του πλαισίου.
Καταλήγοντας, ο κ. Ιωαννίδης υπογράμμισε ότι η έναρξη εφαρμογής του Συμφώνου δεν αποτελεί το τέλος αλλά την αρχή μίας νέας φάσης. Το νέο πλαίσιο, συνέχισε, θα κριθεί τελικά από τα αποτελέσματα που θα επιτύχει στην πράξη και όχι μόνο από το νομοθετικό του περιεχόμενο.
Ο Υφυπουργός σε δευτερολογία του μετά την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων των Ευρωβουλευτών, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο και την εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, δίνοντας έμφαση στις πρόνοιες για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στις διαδικασίες επιστροφών και στην ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής του νέου πλαισίου από τα κράτη μέλη.
Ο κ. Ιωαννίδης υπογράμμισε ότι το Σύμφωνο περιλαμβάνει μηχανισμούς και διαδικασίες που αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο και των δικαιούχων διεθνούς προστασίας, σημειώνοντας ενδεικτικά την πρόνοια για παροχή νομικής συμβουλευτικής στους αιτούντες, καθώς και τη δημιουργία μηχανισμού παρακολούθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Εξήγησε ότι δεν έχει υπάρξει καμία υποχώρηση στο επίπεδο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα κράτη μέλη, αλλά αντίθετα καταγράφεται κοινή αντίληψη για περαιτέρω ενίσχυση των σχετικών εγγυήσεων.
Αναφερόμενος στην αξιολόγηση και παρακολούθηση της εφαρμογής του Συμφώνου, ο Υφυπουργός σημείωσε ότι υπάρχουν ήδη καθορισμένες διαδικασίες ελέγχου και αποτίμησης της προόδου, υπογραμμίζοντας την ανάγκη κοινής προσπάθειας για την αντιμετώπιση τυχόν εκκρεμοτήτων και τη βελτίωση της εφαρμογής στην πράξη.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα των επιστροφών, το οποίο χαρακτήρισε ευαίσθητο, διευκρινίζοντας ότι δεν αποτελεί θέση της ΕΕ ή των κρατών μελών η επιστροφή γυναικών και παιδιών σε μη ασφαλείς χώρες, όπου ενδέχεται να αντιμετωπίσουν παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων ή κινδύνους για τη ζωή τους.
Από την πλευρά του, ο Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης, Μάγκνους Μπρούνερ, ανέφερε ότι η 12η Ιουνίου σηματοδοτεί την έναρξη εφαρμογής του Συμφώνου, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μία εξαιρετικά σύνθετη μεταρρύθμιση.
Τόνισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει πλέον ένα ενιαίο σύστημα κανόνων για τη μετανάστευση και το άσυλο, σε αντίθεση με το παρελθόν. Υπογράμμισε ότι έχουν τεθεί τα βασικά δομικά στοιχεία του Συμφώνου, αν και η πλήρης εφαρμογή του απαιτεί συνεχή προσαρμογή.
Ο Επίτροπος αναφέρθηκε στην πρόοδο των κρατών μελών σε τομείς όπως το Eurodac, οι συνοριακές διαδικασίες, η διαχείριση ασύλου και η αλληλεγγύη, σημειώνοντας ότι η Κομισιόν και οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί συνεχίζουν να παρέχουν τεχνική και επιχειρησιακή υποστήριξη.
Επιπλέον, έκανε λόγο για συνεχιζόμενες εργασίες σε ζητήματα επιστροφών και για την ανάγκη ενίσχυσης της επιχειρησιακής ετοιμότητας των κρατών μελών, υπογραμμίζοντας ότι η πλήρης λειτουργία του συστήματος αναμένεται να εξελιχθεί σταδιακά μετά την έναρξη εφαρμογής.







