Ήταν μέσα Μαϊου, 16 του μήνα, όταν οι τρεις αγωνιστές από το Παλιομέτοχοι Μιχαήλ Κουτσόφτας, Παρασκευάς Χοιροπούλης και Ανδρέας Παναγίδης εκτέλεσαν τον σμήναρχο της βασιλικής αεροπορίας των Άγγλων, Πάτρικ Χέιλ στο αεροδρόμιο Λευκωσίας.
Σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια Πολυγνώση, “ο Ανδρέας Παναγίδης, εκτός από συγχωριανός και φίλος του Μιχαήλ Κουτσόφτα, ανήκε στην ίδια μ’ αυτόν ομάδα κρούσεως της ΕΟΚΑ και συνελήφθη μαζί του ύστερα από επιχείρηση στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, και οι δυο δε, μαζί με τον συναγωνιστή τους Παρασκευά Χοιροπούλη, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν για τον φόνο Άγγλου σμηνία της αεροπορίας ονόματι Χέιντελ”.
Οι ήρωες αυτοί του αγώνα της ΕΟΚΑ ανήκαν στην ομάδα Παλιομετόχου. Η μοιραία καταδρομική επιχείρηση, κατά την εκτέλεση της οποίας συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν, τους είχε ανατεθεί στις αρχές Μαΐου, 1956. Η εντολή που είχαν πάρει από τον υπεύθυνο της οργάνωσης της περιοχής Παλιομετόχου, ήταν η διενέργεια αντιποίνων μετά την αναμενόμενη εκτέλεση δι’ απαγχονισμού των πρώτων ηρώων της αγχόνης Μιχαήλ Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου που είχαν ήδη καταδικαστεί σε θάνατο.
Η ομάδα των Μιχαήλ Κουτσόφτα, Ανδρέα Παναγίδη και Παρασκευά Χοιροπούλη, κατήρτισε σχέδιο επίθεσης εναντίον του αεροδρομίου Λευκωσίας. Η επίθεση έγινε στις 16 Μαΐου του 1956, νωρίς το πρωί. Η ομάδα των τριών ήταν οπλισμένη μόνο με ένα περίστροφο που κρατούσε ο Μιχαήλ Κουτσόφτας. Ενώ όμως οι προηγούμενες παρατηρήσεις της ομάδας έδειξαν ότι ο στόχος που είχε επιλεγεί εφρουρείτο συνήθως από 2 Άγγλους στρατιώτες, που θα αιχμαλωτίζονταν βάσει του σχεδίου, όταν έγινε η επίθεση διαπιστώθηκε ότι η φρουρά ήταν ενισχυμένη και αποτελούνταν από 5 στρατιώτες. Ωστόσο ο Κουτσόφτας δεν ματαίωσε την επιχείρηση. Στη συμπλοκή που ακολούθησε, ο Κουτσόφτας πυροβόλησε και σκότωσε ένα από τους Άγγλους, τον Χέιντελ. Σε σύντομο διάστημα κατέφθασαν ισχυρές στρατιωτικές ενισχύσεις που καταδίωξαν τους τρεις αγωνιστές. Ο Ανδρέας Παναγίδης συνελήφθη πρώτος. Ο Κουτσόφτας, καταδιωκόμενος από τους Άγγλους, συνελήφθη αφού στρατιωτικό ελικόπτερο τον ανάγκασε να πέσει στο έδαφος. Ο τρίτος της ομάδας και ο νεαρότερος, ο Χοιροπούλης, ανεκαλύφθη και συνελήφθη ύστερα από 5 περίπου ώρες κατά τις οποίες κρυβόταν πάνω σ’ ένα δέντρο.
Αφού και οι τρεις συλληφθέντες υπέστησαν πολλά βασανιστήρια, τελικά δικάστηκαν (ένας από τους δικηγόρους υπεράσπισής τους ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης) και καταδικάστηκαν. Οι Κουτσόφτας και Παναγίδης καταδικάστηκαν σε θάνατο δι’ απαγχονισμού, ενώ ο Χοιροπούλης, λόγω του νεαρού της ηλικίας του (ήταν τότε 18 χρόνων) καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά.
Και ενώ η δίκη των τριών, Ανδρέα Παναγίδη, Μιχαήλ Κουτσόφτα και Παρασκευά Χοιροπούλη, εξελίσσεται σε μια αίθουσα όπου κάθε σιωπή μοιάζει με προαναγγελθέν τέλος, ο Ρένος Λυσιώτης, που έχει αναλάβει την υπεράσπισή τους, αντιλαμβάνεται πως ο αδίστακτος Βρετανός δικαστής Bernard Shaw είναι αποφασισμένος να τους καταδικάσει σε θάνατο.
H σελίδα Ιστορικές Μνήμες ΕΟΚΑ 1955 – 1959, γράφει μια ενδιαφέρουσα ιστορία για τους ήρωες από το Παλαιομέτοχο:
…Και ενώ η δίκη των τριών, Ανδρέα Παναγίδη, Μιχαήλ Κουτσόφτα και Παρασκευά Χοιροπούλη, εξελίσσεται σε μια αίθουσα όπου κάθε σιωπή μοιάζει με προαναγγελθέν τέλος, ο Ρένος Λυσιώτης, που έχει αναλάβει την υπεράσπισή τους, αντιλαμβάνεται πως ο αδίστακτος Βρετανός δικαστής Bernard Shaw είναι αποφασισμένος να τους καταδικάσει σε θάνατο.
Πλησιάζει τότε τους τρεις, και σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τους δώσει θάρρος, τους λέει με χαμηλή φωνή:
Ρ.Λ.: «Μην ανησυχείτε. Κι αν σας καταδικάσουν εις θάνατον, θα εφεσιβάλουμε την απόφαση».
Οι Κουτσόφτας και Παναγίδης στρέφουν το βλέμμα τους προς τον Ρένο Λυσιώτη και του απαντούν:
Κουτσόφτας & Παναγίδης: «Κύριε Ρένο, ξέρουμε ότι θα καταδικαστούμε σε θάνατο. Αυτό που θέλουμε να κάνετε, είναι να φροντίσετε να ξεκουμπωθεί ο μιτσής».
Και ο Χοιροπούλης που τους ακούει, γυρίζει το κεφάλι του προς τους δύο και αμέσως απαντά:
Χοιροπούλης: «Γιατί ρε; Εγώ δεν είμαι άξιος να πεθάνω μαζί σας;»
Έτσι, την 21 Σεπτεμβρίου 1956, οι Κουτσόφτας και Παναγίδης οδηγήθηκαν στην αγχόνη μαζί με τον Στέλιο Μαυρομμάτη που είχε καταδικαστεί σε θάνατο ύστερα από κατηγορία για ένοπλη επίθεση εναντίον Άγγλων στη Λευκωσία. Σύμφωνα προς τις μαρτυρίες, κατά το διάστημα της κράτησής τους στις Φυλακές, καθώς και όταν βάδιζαν προς την αγχόνη, οι ήρωες αυτοί του αγώνα τραγουδούσαν πατριωτικά τραγούδια κι αισθάνονταν περήφανοι γιατί πέθαιναν για την ελευθερία της πατρίδας τους. Τόσο σε επιστολές που έστειλε από τις Φυλακές, όσο και σε συνομιλίες του με συγγενείς και συναγωνιστές του, ο Μιχαήλ Κουτσόφτας επέδειξε μέχρι την τελευταία του στιγμή, πατριωτισμό, τόλμη, υπερηφάνεια και γενναιότητα που εξέπληξαν. Μεταξύ άλλων, έλεγε: Οι μόνες λέξεις που μπορούν ν’ ακούσουν από τα χείλη μας οι δυνάστες είναι αυτές: Ελευθερία ή Θάνατος. Αυτές τις λέξεις τις έμαθαν και αυτοί οι τοίχοι των φυλακών…








