Με αφορμή μια φωτογραφία-καταγγελία προς τους υπευθύνους για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το μνημείο του Μάρκου Δράκου στην Ευρύχου, ο οποίος έπεσε εντός των γεωγραφικών ορίων της κοινόητας, θυμηθήκαμε ένα παλαιότερο κείμενο που γράψαμε. Παραμένει, ωστόσο, επίκαιρο.
Σημείωση: Εξ’ όσων πληροφορηθήκαμε, μετά τη δημόσια καταγγελία η σημαία έχει αλλαχτεί. Μπράβο στους αρμοδίους που τουλάχιστον, έδειξαν άμεσα αντανακλαστικά.
Σύμφωνα με την ανάρτηση της Άντριας Χατζημιχαήλ, “όπως φαίνεται στη φωτογραφία (λήφθηκε χθες), κανείς από τους αρμοδίους δεν φρόντισε να αλλαχτεί η σημαία του μνημείου εδώ και αρκετούς μήνες, έστω την ημέρα τιμής του ήρωα. Είχε γίνει παρόμοια νύξη για το συγκεκριμένο ζήτημα πριν λίγες μέρες χωρίς καμιά ανταπόκριση. Για την δε καθαριότητα του μνημείου, δε θα σχολιάσω κάτι, θα το αφήσω στη φαντασία σας. Μπράβο μας, για την κατάντια μας! Μάρκος Δράκος 24/09/1932-18/01/1957. Έπεσε μαχόμενος για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Μήπως του αξίζει μια σημαία ολόκληρη και όχι ένα κουρέλι;”

Το κείμενό μας παρατίθεται παρακάτω, όπως γράφτηκε το 2020, με σκοπό να στηλιτεύσει την τάχα μου “εκσυγχρονισμένη” κυπριακή κοινωνία, η οποία πλέον, δεν έχει ανάγκη από ήρωες για ελευθερία, αφού βρήκε την “ελευθερία” της στην ανεξάντλητη και ακόρεστη πρόοδο ενός τόπου χωρίς ταυτότητα και ρίζωμα. Προς Θέου, δεν προσάπτουμε όλα όσα γράφτηκαν το 2020 στους αρμοδίους για το μνημείο του Δράκου. Το σχόλιο ήταν πολύ πιο γενικό. Ωστόσο, μια κουρελιασμένη σημαία και ένας απεριποίητος χώρος, δεν περιοποιεί τιμή σε κανέναν. Πόσω μάλλον σε μια περιοχή που έχει να επιδείξει αγώνες. Σε ένα νησί που ο κόσμος της επαρχίας οφείλει να δείξει τον δρόμο.
Σκότωσαν οι Τόρηδες το Δράκο.
Που φοράνε γραβατιά και φράνκο
και ξέρουνε και γράμματα…
Σαν σήμερα (χθες) έφυγε ο Μάρκος Δράκος, στα βουνά της Σολιάς. Μεγαλωμένος στην κατεχόμενα Λεύκα της επαρχίας Μόρφου και στον Καλοπαναγιώτη, λάτρης της φύσης, άριστος μαθητής, υπέρ των εθνικών δικαίων της Κύπρου, αλλά και ιδαίτερα ευαίσθητος στις κοινωνικές ανισότητες.
Είναι λες και οι στίχοι, να συμπυκνώνουν το πραγματικό διακύβευμα. Στην Κύπρο, όπου τα αρχιτεκτονικά εκτρώματα στις πόλεις, οι εκσυγχονισμένες πλατείες και οι απρόσωπες πολυκατοικίες υψώνονται πλάι στα στενοσόκακκα της παλιάς πόλης και στα οδοφράγματα. Όπου οι γραμματιζούμενοι νεολαίοι περνούν τακτικά “απέναντι” για μπύρα και χορό, προτάσσοντας τον μηδενισμό τους σαν δήθεν επαναστατική ηθική. Απορώντας, αν έχουν το Θεό τους, γιατί πρέπει να δείχνουν ταυτότητα, αφού στα μυαλά τους, το Κυπριακό έχει υποτίθεται λυθεί.
Κι όμως, επαναστατική ηθική δεν είναι αυτό. Επαναστατική ηθική ήταν η άρνηση του Μάρκου Δράκου να βαδίσει άλλος της ομάδας του μπροστά, επιλέγοντας να δεχτεί πρώτος τα επικείμενα πυρά. Εδώ, λοιπόν, που ισοπεδώθηκαν τα πάντα, εις το όνομα μίας έξωθεν αφιχθείσας προόδου, που εξορθολογίζει την φύση, την μνήμη, την ταυτότητα, τον τόπο, στα μέτρα της καταπιταλιστικής αλλοτροίωσης. Φτάνοντας στα όρια του ολικού αφανισμού, παίζοντας με τις λεπτές γραμμές που διαχωρίζουν τον συλλογικό μας εκσυγχρονισμό με το μίζερο τίποτα του “μη τόπου”.
Τουτέστιν, στην Κύπρο, η παρακμή ολοκληρώνεται στο πεδίο της συλλογικής μας μνήμης και ταυτότητας.
Έτσι, η υπέρτατη πάλη, είναι να μην μετατραπείς σε καρικατούρα, παρόμοια μ’ αυτές που μας σκότωναν, μισό αιώνα πριν. Από γραβατομένους Τόρηδες, σταυροφόρους του πολιτισμού, χορτάσαμε. Αν γίνουμε σαν και δαύτους, θα έχουμε και τίποτα να σώσουμε;








