Πραγματοποιήθηκε την Τρίτη στις Βρυξέλλες το ετήσιο Συνέδριο του Forum for the Future of Agriculture, που αφορούσε τις προκλήσεις και τις δυνατότητες χρηματοδότησης της μετάβασης προς βιώσιμα αγροδιατροφικά συστήματα, αλλά και την κλιματική αλλαγή, την επισιτιστική ασφάλεια και την οικονομική ανθεκτικότητα.
Στο πλαίσιο της συνεδρίας με τίτλο «Πώς μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε και να επιταχύνουμε τη μετάβαση στην πράξη;», στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ Δράση για το Κλίμα της Κομισιόν, Κουρτ Βάντενμπεργκε, αναφέρθηκε στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο αγροδιατροφικός τομέας, λόγω της κλιματικής αλλαγής.
Όπως ανέφερε, η κλιματική αλλαγή συνεχίζει να εξελίσσεται με σταθερό ρυθμό, με ολοένα και πιο αισθητές επιπτώσεις στο σύνολο της κοινωνίας και ιδιαίτερα στον αγροδιατροφικό τομέα και τη δασοκομία. Επισήμανε ότι η γεωργία συγκαταλέγεται στους πλέον εκτεθειμένους τομείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αυξανόμενους κινδύνους για την παραγωγή τροφίμων, τα εισοδήματα των αγροτών και τη συνολική σταθερότητα.
Επικαλούμενος στοιχεία του Ευρωπαϊκού Επιστημονικού Συμβουλευτικού Συμβουλίου για την Κλιματική Αλλαγή, σημείωσε ότι οι απώλειες καλλιεργειών λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων αναμένεται να αυξηθούν από περίπου 17,5 δισ. ευρώ σήμερα σε 25 έως 29 δισ. ευρώ έως το 2050, ενώ σε ορισμένα έτη ενδέχεται να φτάσουν έως και 51 έως 57 δισ. ευρώ. Όπως υπογράμμισε, οι επιπτώσεις αυτές είναι ήδη ορατές στους αγρότες, οι οποίοι, όπως ανέφερε, αναζητούν λύσεις για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων.
Ο κ. Βάντενμπεργκε αναφέρθηκε επίσης στις προτάσεις για τη γεωργία στο επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ, επισημαίνοντας ότι αντιμετωπίζουν την κλιματική αλλαγή ως συστημικό κίνδυνο και περιλαμβάνουν εργαλεία διαχείρισης κινδύνων και κρίσεων, όπως ενισχυμένα αποθεματικά και μηχανισμούς στήριξης των αγροτών σε περιόδους κλιματικών πιέσεων.
Παράλληλα, έκανε λόγο για το μακροπρόθεσμο κόστος της κλιματικής αλλαγής, σημειώνοντας ότι η υποβάθμιση του εδάφους προκαλεί ζημίες ύψους περίπου 73 δισ. ευρώ ετησίως στην ΕΕ, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος. Αναφέρθηκε επίσης σε έρευνα του Ινστιτούτου Πότσνταμ για την Έρευνα των Επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής, σύμφωνα με την οποία η κλιματική αλλαγή θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τις εκτάσεις που είναι κατάλληλες για βόσκηση έως το τέλος του αιώνα.
Όπως σημείωσε, ο τομέας της γης στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χάσει περίπου το ένα τρίτο της ικανότητάς του να λειτουργεί ως καταβόθρα άνθρακα την τελευταία δεκαετία, ενώ τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επίτευξη των στόχων τους στο πλαίσιο της πολιτικής για τη χρήση γης και τη δασοκομία.
Στην παρέμβασή του αναφέρθηκε επίσης στη σημασία της βιοοικονομίας για τη μετάβαση σε ένα σύστημα χαμηλών εκπομπών, επισημαίνοντας την ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των αλυσίδων αξίας και της ασφάλειας εφοδιασμού.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη γεωργία άνθρακα (carbon farming), την οποία χαρακτήρισε βασικό εργαλείο για τη μετάβαση. Όπως ανέφερε, πρόκειται για πρακτικές που ενισχύουν την αποθήκευση άνθρακα στο έδαφος και μειώνουν τις εκπομπές, συμβάλλοντας παράλληλα στη δημιουργία πρόσθετων εισοδημάτων για τους αγρότες.
Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε τις βασικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής αγοράς γεωργίας άνθρακα, επισημαίνοντας τη σημασία της αξιόπιστης πιστοποίησης μέσω του κανονισμού για τις αφαιρέσεις άνθρακα και τη γεωργία άνθρακα (CRCF), της ανάπτυξης αποτελεσματικών συστημάτων παρακολούθησης, αναφοράς και επαλήθευσης, καθώς και της ενίσχυσης της ζήτησης μέσω μηχανισμών όπως το «EU Buyers’ Club».
Όπως σημείωσε, η Κομισιόν συνεργάζεται με αρμόδιους οργανισμούς για την ανάπτυξη εναρμονισμένων συστημάτων παρακολούθησης, ενώ εξετάζεται και η επέκταση του πλαισίου ώστε να καλύπτει και τις εκπομπές από την κτηνοτροφία.
Από την πλευρά της, η διευθύντρια Συμπράξεων και Συνεργασίας των Ηνωμένων Εθνών στον FAO, Λόρεν Φίλιπς, τόνισε ότι ο οργανισμός δεν αποτελεί χρηματοδοτικό φορέα, ωστόσο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της χρηματοδότησης της πράσινης μετάβασης και συνολικά του μετασχηματισμού των αγροδιατροφικών συστημάτων.
Όπως ανέφερε, στο πλαίσιο της συμμετοχής του FAO στο περσινό συνέδριο για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης στη Σεβίλλη, εκπονήθηκε μελέτη με τίτλο «Financing for the Future of Food», η οποία εξετάζει τους βασικούς περιορισμούς αλλά και τις δυνατότητες χρηματοδότησης της μετάβασης. Σύμφωνα με την ίδια, η αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών και κλιματικών προκλήσεων απαιτεί ταυτόχρονη εξέταση των κοινωνικών διαστάσεων, καθώς τα αγροδιατροφικά συστήματα συνδέονται άμεσα με τα μέσα διαβίωσης μεγάλου μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού.
Η κ. Φίλιπς σημείωσε ότι περίπου ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι εργάζονται άμεσα στον αγροδιατροφικό τομέα, γεγονός που σημαίνει ότι σχεδόν ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός εξαρτάται από αυτόν. Όπως ανέφερε, η λειτουργία του συστήματος και η ικανότητά του να αντέχει σε κλιματικά σοκ συνδέονται άμεσα με τη διαθεσιμότητα και την αποτελεσματική αξιοποίηση χρηματοδοτικών πόρων.
Αναφερόμενη στα ευρήματα της έρευνας, υπογράμμισε ότι εντοπίζονται τρεις βασικές κατηγορίες προβλημάτων στη χρηματοδότηση της μετάβασης: η επάρκεια των διαθέσιμων πόρων, η αποτελεσματική αξιοποίησή τους και η στόχευσή τους. Όπως εξήγησε, το χρηματοδοτικό κενό εκτιμάται σε περίπου 680 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, με σημαντικό μέρος να αφορά ανάγκες κοινωνικής προστασίας, καθώς το υφιστάμενο σύστημα δεν καλύπτει επαρκώς κοινωνικές και περιβαλλοντικές απαιτήσεις.
Παράλληλα, σημείωσε ότι σε πολλές περιπτώσεις οι διαθέσιμοι πόροι δεν κατευθύνονται με τρόπο που να υποστηρίζει τους δηλωμένους στόχους των κυβερνήσεων, ιδίως σε αναπτυσσόμενες χώρες, ενώ οι επιδοτήσεις δεν συμβάλλουν επαρκώς στη μείωση της φτώχειας, τη βελτίωση της διατροφής και την αύξηση της παραγωγικότητας.
Όσον αφορά τη στόχευση, επεσήμανε ότι η χρηματοδότηση κατευθύνεται σε μεγάλο βαθμό προς πλουσιότερες χώρες και πληθυσμούς, ενώ οι πιο ευάλωτοι αγρότες λαμβάνουν περιορισμένο μέρος των διαθέσιμων πόρων. Όπως ανέφερε, λιγότερο από το 1% της χρηματοδότησης για το κλίμα φτάνει στους μικρούς αγρότες, οι οποίοι πλήττονται περισσότερο από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Η ίδια υπογράμμισε επίσης ότι το ποσοστό της δημόσιας χρηματοδότησης για την ανάπτυξη που κατευθύνεται σε κλιματικά μέτρα στον αγροτικό τομέα έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, από περίπου 50% σε 20%, σημειώνοντας ότι η χρηματοδότηση αυτή προέρχεται κυρίως από περιορισμένο αριθμό δωρητών, μεταξύ των οποίων η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιαπωνία.
Αναφερόμενη στις δυνατότητες βελτίωσης, έκανε λόγο για την αξιοποίηση καινοτόμων χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως οι ανταλλαγές χρέους με δράσεις για το κλίμα ή την επισιτιστική ασφάλεια, καθώς και για την ανάπτυξη ασφαλιστικών μηχανισμών και χρηματοπιστωτικών προϊόντων που μπορούν να στηρίξουν τον αγροτικό τομέα.
Η κ. Φίλιπς σημείωσε επίσης ότι, παρά το γεγονός ότι ο FAO δεν αποτελεί χρηματοδοτικό οργανισμό, μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στη στήριξη της μετάβασης μέσω της παροχής δεδομένων και αναλύσεων, καθώς και μέσω της λειτουργίας του ως πλατφόρμας διαλόγου μεταξύ διαφορετικών φορέων, συμβάλλοντας στην προώθηση συστημικών προσεγγίσεων για τα αγροδιατροφικά συστήματα.











