Με μια συγκινητική ανάρτηση, το Πολιτιστικό Σωματείο Κάμπου και Τσακκίστρας αποχαιρετά τα «Καταστήματα Μιχαλάκης Σεργίδης ΛΤΔ», τα οποία κλείνουν οριστικά την 1η Αυγούστου, ύστερα από δεκαετίες λειτουργίας.
Δείτε πιο κάτω ολόκληρη την ανάρτηση.
«Ήρτεν το αυτοκίνητον που τη Χώρα; Έφερεν το ψουμίν τζιαι το γάλαν που επαραγγείλαμεν;»
Μια φράση απλή, καθημερινή, που όμως κουβαλά μέσα της μια ολόκληρη εποχή του Κάμπου και της Τσακκίστρας.
Την 1η Αυγούστου κατεβάζουν για τελευταία φορά τα ρολά τα «Καταστήματα Μιχαλάκης Σεργίδης ΛΤΔ», όπως γράφει η γνώριμη ταπέλλα που κρέμεται ακόμη έξω από το μαγαζί.
Μαζί τους κλείνει ένας τόπος γεμάτος πρόσωπα, κουβέντες και αναμνήσεις.
Ποιος εν θυμάται τη γιαγιά του να έρκεται που το χωρκό με ένα σετ σεντόνια για δώρο;
«Αγόρασα σας τα που τον Σεργίδη. Εν πολλά ωραία τζιαι καλής ποιότητας», ελάλεν μας περήφανη, ανοίγοντας τη σακούλα.
Τζιαι οι μεγαλύτερες ξαδέλφες μας; Εφυλάαν λία λία τα λεφτά τους, περιμένοντας να φέρει ο Σεργίδης καινούργια συλλογή που τη Χώρα (Λευκωσία), για να αγοράσουν εκείνο το ένα ζευκάρι παπούτσια που είχαν βάλει στο μάτι.
Οι χωρκανοί επεριμέναν το αυτοκίνητο να έρτει που τη Λευκωσία, φορτωμένο με το ψουμί, το γάλα τζιαι ό,τι άλλο είχαν παραγγείλει που πριν. Στο χωριό τίποτε εν ήταν αυτονόητο. Για να έσιεις το ψουμίν της ημέρας, έπρεπε κάποιος να το παραγγείλει, κάποιος να το φέρει τζιαι κάποιος να κρατά το μαγαζί ανοιχτό.
Για τους μόνιμους κατοίκους ήταν ανάγκη. Για εμάς τους απόδημους που επερνούσαμε τα καλοτζιαίρια και τις γιορτές στα χωρκά, ήταν κομμάτι της ημέρας μας. Τουλάχιστον μία φορά την ημέρα έπρεπε να περάσουμε που το μαγαζί.
Άλλος για ψουμί, άλλος για παγωτό, άλλος για μια σοκολάτα ή ένα αναψυκτικό. Τζιαι πολλές φορές χωρίς να χρειαζούμαστε τίποτε ιδιαίτερο. Εμπαίναμε για να δούμε ποιον θα συναντήσουμε, να πούμε μια κουβέντα, να μάθουμε ποιος ήρτεν στο χωριό, ποιος θα ανέβαινε το Σαββατοκύριακο, τι γίνεται στα περβόλια και ποια ήταν τα νέα της ημέρας.
Γιατί το μαγαζί του Σεργίδη εν ήταν μόνο τόπος για ψώνια. Ήταν το καθημερινό συναπάντημα του χωριού.
Η ιστορία της οικογένειας στον χώρο του εμπορίου, σύμφωνα με την αφήγηση του κοινοτάρχη Κάμπου, πηγαίνει πολλές δεκαετίες πίσω. Ο Διογένης Σεργίδης διατηρούσε κατάστημα ρούχων και ψιλικατζίδικο στο Μεταλλείο Αμιάντου πριν από τα μέσα του 20ού αιώνα, ενώ για χρόνια είχε παρόμοιο κατάστημα και στο Μυλικούρι.
Σε μια εποχή που οι αποστάσεις ήταν μεγάλες και οι επιλογές λιγοστές, το κατάστημα Σεργίδη δεν πρόσφερε απλώς εμπορεύματα. Έφερνε στον Κάμπο σεντόνια, υφάσματα, ρούχα, παπούτσια και είδη για το σπίτι και μαζί τους έφερνε λίγη από τη Χώρα μέσα στο χωριό.
Τη σκυτάλη πήρε αργότερα ο αείμνηστος Μιχαλάκης Σεργίδης. Μετά τον αδόκητο χαμό του, τον Σεπτέμβριο του 2017, η σύζυγός του, κ. Δώρα Σεργίδου, και τα παιδιά τους, η Ομιρία Σεργίδου, Δανάη Σεργίδου και ο Διογένης Σεργίδης, εκράτησαν το μαγαζί ανοιχτό για ακόμη εννέα (9) χρόνια.
Ιδιαίτερα η Δανάη, αν και εργαζόταν στη Λευκωσία, ανέβαινε από την Πέμπτη στον Κάμπο για να βοηθά τη μητέρα της. Τούτο εν ήταν απλώς μια οικογενειακή υποχρέωση. Ήταν έγνοια και προσφορά για το χωριό, αλλά και για όσους εξυπηρετούνταν από την Τσακκίστρα και το Μυλικούρι.
Δυστυχώς, προσωπικοί λόγοι και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα τα μικρά καταστήματα απέναντι στις μεγάλες υπεραγορές οδήγησαν την οικογένεια στη δύσκολη απόφαση να κλείσει το μαγαζί.
Ο κοινοτάρχης Κάμπου, Ιωάννης Παπαδόπουλος έχει ήδη αρχίσει ενέργειες, ώστε οι κάτοικοι να μη μείνουν χωρίς ψωμί, γάλα και τα υπόλοιπα απαραίτητα, ενώ γίνονται προσπάθειες για να ανοίξει νέο κατάστημα αποικιακών.
Στην κ. Δώρα και στα παιδιά της οικογένειας Σεργίδη αξίζει ένα μεγάλο, αληθινό ευχαριστώ. Μετά την απώλεια του Μιχαλάκη εστάθηκαν σαν βράχος και εκράτησαν το μαγαζί ζωντανό για άλλα εννέα χρόνια.
Την 1η Αυγούστου η πόρτα του θα κλείσει. Η ταπέλλα μπορεί κάποτε να κατεβεί. Όσα όμως εζήσαμεν μέσα τζιαι έξω που το μαγαζί, εν θα χαθούν.
Θα μείνουν τα σεντόνια που μας έφερνε δώρο η γιαγιά.
Το ζευκάρι τα παπούτσια που κάποια επερίμενε μήνες να αγοράσει.
Το αυτοκίνητο που τη Χώρα με το ψουμί και το γάλα.
Τα παγωτά και οι αφροζούες των καλοτζιαιρκών μας.
Οι χωρκανοί που εσυναντιούνταν πάνω από τον πάγκο.
Τζιαι η καθημερινή ερώτηση: «Επέρασες που τον Σεργίδη;»
O Σεργίδης εν ήταν απλώς ένα κατάστημα.
Ήταν το χωριό το ίδιο.
Αν έσιετε παλιές φωτογραφίες, σακούλες, αποδείξεις ή δικές σας ιστορίες από τα Καταστήματα Μιχαλάκης Σεργίδης, μοιραστείτε τες μαζί μας. Να μείνει η μνήμη τους ζωντανή, όπως έμεινε τόσα χρόνια τζιαι η πόρτα τους ανοιχτή.












