Η άνθηση της ασυνείδητης μετριότητας, η καθιέρωση της παρακμής του «content» στη δημόσια συζήτηση και η ανάδειξη της μηδενιστικής βλακείας, ως ένας νέος τρόπος προπαγάνδας του ισχυρού.
Γιώργος Τάττης
Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Οι μέτριοι που δεν έχουν συνείδηση της μετριότητάς τους και με αυτό τον τρόπο σέρνουν την κοινωνία στο δικό τους πάτο. Και οι μέτριοι που έχουν συνείδηση της μετριότητάς τους και προσπαθούν για το καλύτερο, προσπαθώντας να διερευνήσουν κάτι εις βάθος, να αναδείξουν τη σωστή διάσταση των πραγμάτων, να κάνουν κάτι όσο καλά επιτρέπουν οι συνθήκες. Και όταν κρίνουν ότι δεν πρέπει να μιλούν ή να κάνουν κάτι, απλά κάνουν ένα βήμα πίσω.
Στην εποχή της υποχώρησης του επιστημονικού λόγου και της εξειδίκευσης και της αντικατάστασής τους με μια μεταμοντέρνα ισοπεδωτική λογική του ανάλαφρου και της εικόνας, δυστυχώς, κυριάρχησαν στη δημόσια συζήτηση φιγούρες σαν το Φειδία και τον Γιάννο Τραν. Τη φθορά της δημοσιογραφίας, δυστυχώς, αντικατέστησε η φθορά των content creators. Οι οποίοι δεν έχουν συνείδηση του ρόλου τους στην κοινωνία ως διαμορφωτές της κοινής γνώμης, ούτε αναμετρώνται με την βλακεία των συνεντευξιαζόμενων. Και όμως, ξέρουν να κάνουν καλά το κομμάτι τους. Να παράγουν εύπεπτο content, αλγοριθμικά σχεδιασμένο να ταΐζει τις μάζες που διαβάζει μόνο τίτλους, ή στην καλύτερη περίπτωση παρακολουθεί βιντεάκια με ατάκες 30 δευτερολέπτων. Κι αν αυτές οι μάζες επιχειρήσουν να ξεφύγουν από αυτή την παρακμή, η μόνη διέξοδός τους είναι τα γελοία podcast που εμφανίζονται προνομιακά στα timeline μας. Τα οποία, αντί να έχουν ως στόχο να ανεβάσουν το επίπεδο της δημόσιας συζήτησης ή να φανερώσουν αλήθειες και να θέσουν κρίσιμα ερωτήματα, όπως έχει ρόλο ένας δημοσιογράφος, κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Με μια επιτηδευμένη – τάχα μου – εκλαϊκευμένη γλώσσα, χαλαρή στάση σώματος και χαλαρό υφάκι, παίζουν το ρόλο που τους αναλογεί στην επιβίωση του συστήματος. Εξού και προτάσσουν προνομιακά τις ανέξοδες αηδίες που λέει ο κάθε δήθεν ιστορικός, που απλά «νομίζει» ή κάνει «παρακινδυνευμένες εκτιμήσεις». Νομίζοντας ότι εντόπισαν και λαβράκι, κι ας αυτές οι ιστορικές αθλιότητες είναι παρωχημένες.
Δυστυχώς, αυτό κρύβει και την σιωπηρή τους συμφωνία με ό,τι – νομίζουν – πως είναι αντισυμβατικό. Μόνο σε ένα πρώτο επίπεδο, όμως, γιατί, δεν μπορούν να σκάψουν λίγο περισσότερο. Μιλούν για «προκαταλήψεις» που πρέπει η κυπριακή κοινωνία να ξεπεράσει κοκ. Κι όμως, εκκινούν από την ίδια μεθοδολογική αφετηρία αυτών που τάσσονται απέναντι από ένα πραγματικό κίνημα χειραφέτησης. Και η θυσία του Αυξεντίου έγκειται και στην ουσία του Ελληνικού αντιστασιακού βίου: Τη συνειδητή θυσία για το συλλογικό καλό, για την ελευθερία. Και έχουν προ πολλού απομακρυνθεί από αυτό, εξού και επιτρέπουν με την εκούσια ή ακούσια άγνοιά τους, να αποδομούνται εκ των έσω οι ιστορικές αυτές κατηγορίες που αποδεικνύουν την αντιστασιακή υφή του λαού μας.
Μπορεί όλοι μας να τρομάζουμε να θυσιαστούμε και να ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους. Τουλάχιστον, όμως, τρομάζουμε το ίδιο να αποδομούμε αυτές τις φυσιογνωμίες με τραβηγμένες ερμηνείες, πολλαπλές αφηγήσεις, προτεραιοποιώντας δευτερευούσης σημασίας ζητήματα, ή απλά με εξυπνακισμούς ενός όχλου.










