Μια ενδιαφέρουσα εξιστόρηση για το “προσκύνημαν στην Παναγίαν του Τζ̌ιύκκου τα παλλιά τα χρόνια που είμασταν στην Ζώθκιαν”, έκανε ο Β. Χαραλάμπους, σε σελίδα αφιερωμένη στην κατεχόμενη κοινότητα.
Η ιστορία αυτή, αν και μικρή, μεταφέρει αρκετά στοιχεία για την λαϊκή θρησκευτικότητα, αλλά και τις συνήθειες του κόσμου. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο κ. Χαραλάμπους, Ηγούμενος τότε ήταν από τη Ζώδια.
______________
Κάθε χρόνο, τα παλλιά τα χρόνια, επααίνναμεν στα προσκυνήματα τζ̌ιαι στα παναΰρκα. Επααίνναμεν με το λεωφορείον. Παλλιά κάποιες φορές τον Δεκαπεντάουστον που γιορτάζουμεν την Κοίμησην της Παναγίας, επααίνναμεν στο μοναστήριν του Τζ̌ιύκκου.
Για φαΐν έπαιρνεν ο καθένας ότι εμπόρεν, ψουμιά, χαλλούμια, ελιές τομάτες αγουράκια τζ̌ιαι πιο παλλιά φακούσια.
Αθθυμούμαι μιαν φοράν που πήαμεν, που ένας μοναχός επήρεν μας που τες σκάλες στο καμπαναρκόν. Ήταν πολλά ωραίον. Εβκήκαμεν τα σκαλιά του καμπαναρκού τζί είδαμέν το που μέσα που είσ̌ιεν τες καμπάνες. Το πρωίν πρίν να φέξει επαίξαν οι καμπάνες. Εμείς κόμα είμαστην στους διαδρόμους, που ήταν τα τζ̌ιελλιά που μας εφιλοξενούσαν. Που τζ̌ιειπάνω είδαμεν τον Γούμενον τον χωρκανόν μας, που έρκετουν τζι εκράτεν την πατερίτσαν του με συνοδείαν που μοναχούς. Τότες εκατεβήκαμεν τζι εμείς στην εκκλησιάν. Μετά την Θείαν Λειτουργίαν εμεσομερκάσαμεν τζ̌ιαι π’ άρκεψεν να δειληνώννει εφύαμεν.










