Τα γεμάτα πόνο και θλίψη μάτια του Ιησού μετά την προδοσία, με τα χέρια καρφωμένα και ματωμένα στον ξύλινο σταυρό, η επαύριο της ταφής του, που αποτελεί το κορύφωμα του θείου δράματος της Εβδομάδας των Παθών, αλλά και η χαρμόσυνη είδηση της νίκης της ζωής επί του θανάτου, της Ανάστασης, δηλαδή, του Θεανθρώπου, διαχρονικά αποτελούν πηγή έμπνευσης για μεγάλους δημιουργούς, ενώ είναι φορές που άνθρωποι της τέχνης και της διανόησης αλληγορικά επικαλούνται τα διαδραματισθέντα κατά τις Γραφές, που έπονται της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.
Ο πιανίστας, παιδαγωγός και μουσικολόγος, Δρ Νικόλας Κωνσταντίνου, σε δήλωσή του στο ΚΥΠΕ αναφέρθηκε «στα μεγάλα θρησκευτικά έργα του Johann Sebastian Bach που σχετίζονται με τα Πάθη και το Πάσχα τα οποία αποτελούν κορυφαία παραδείγματα της λουθηρανικής εκκλησιαστικής μουσικής του 18ου αιώνα».
Οπως είπε ο κ. Κωνσταντίνου, «τα Κατά Ιωάννην Πάθη» παρουσιάστηκαν σε πρώτη εκτέλεση το 1724, στη Εκκλησία του Αγίου Νικολάου (Nikolaikirche) στην Λειψία της Γερμανίας και πρόκειται για το πρώτο μεγάλο πάθος που παρουσίασε ο Bach μετά την ανάληψη της θέσης του ως Kantor στη Thomasschule Leipzig.
Πρόσθεσε ότι βασίζεται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη του Ευαγγελιστή, με παρεμβολές χορικών και ποιητικών κειμένων, χαρακτηρίζεται από έντονη δραματικότητα και άμεση αφήγηση, με έμφαση στη σύγκρουση και το πάθος της στιγμής ενώ μία από τις πιο εσωτερικές και συγκλονιστικές στιγμές ολόκληρου του έργου είναι η άρια «Es ist vollbracht – Τετέλεσται».
Ο κ. Κωνσταντίνου σημείωσε το γεγονός ότι ο Bach αναθεώρησε το έργο αυτό αρκετές φορές, υπάρχουν, δηλαδή, τουλάχιστον τέσσερις εκδοχές, κάτι που δείχνει ότι το θεωρούσε έργο «ζωντανό».
Για τα Κατά Ματθαίον Πάθη ο Νικόλας Κωνσταντίνου είπε ότι η πρώτη εκτέλεση έγινε πιθανότατα το 1727 ή 1729 στην Εκκλησία του Αγίου Θωμά (Thomaskirche), πάλι στη Λειψία, βασίζεται στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου, είναι ένα από τα πιο μνημειώδη έργα της δυτικής μουσικής, απαιτεί διπλή χορωδία και διπλή ορχήστρα, καθώς και έχει μεγάλη διάρκεια και αρχιτεκτονική δομή.
Το λιμπρέτο, σε μεγάλο βαθμό, ανήκει στον Christian Friedrich Henrici (Picander).
Ο κ. Κωνσταντίνου ανέφερε ότι «μια από τις πιο αναγνωρίσιμες και βαθιά συγκινητικές στιγμές σε όλο το ρεπερτόριο των Παθών είναι η άρια “Erbarme dich – Ελέησέ με» η οποία ακούγεται αμέσως μετά την άρνηση του Πέτρου και τη φράση: ‘και έκλαψε πικρώς’».
Πρόσθεσε ότι «η άρια λειτουργεί ως εσωτερικός μονόλογος μεταμέλειας και εκφράζει την ψυχική κατάσταση του πιστού και του Πέτρου, απέναντι στην πτώση και την ενοχή».
Οπως σημείωσε ο Δρ Μουσικολογίας, σε σύγκριση με τα Κατά Ιωάννην Πάθη, είναι πιο στοχαστικό, λυρικό και θεολογικά «βαθύ», με έντονη διάθεση περισυλλογής.
Μετά τον θάνατο του Bach ξεχάστηκε και αναβίωσε το 1829 από τον Felix Mendelssohn, γεγονός που συνέβαλε καθοριστικά στην «ανακάλυψη» του Bach τον 19ο αιώνα.
Για το Πασχαλινό Ορατόριο, ο κ. Κωνσταντίνου, δήλωσε στο ΚΥΠΕ, ότι η πρώτη μορφή του έργου συναντάται το 1725, αρχικά ως κοσμική καντάτα για γενέθλια και αργότερα είναι που μετατράπηκε σε εκκλησιαστικό έργο για το Πάσχα.
Καταλήγοντας, εξηγεί ότι σε αντίθεση με τα Πάθη, δεν αφηγείται άμεσα τη Σταύρωση, εστιάζει στη χαρά της Ανάστασης, περιλαμβάνει «δραματικούς» χαρακτήρες αλλά όχι αφηγητή Ευαγγελιστή όπως στα Πάθη και είναι πιο σύντομο, πιο εορταστικό και με έντονα λαμπρό χαρακτήρα, σε σύγκριση με τη δραματική ένταση των Παθών.
Αλληγορικά τοποθετείται στο σχόλιο του ΚΥΠΕ, για τον συσχετισμό των Παθών του Χριστού με τη λογοτεχνία ο Νεοελληνιστής Δρ Κυριάκος Ιωάννου, παρομοιάζοντας τα Θεία Πάθη με τα πάθη στα οποία υπόκειται η νεοελληνική λογοτεχνία της Κύπρου.
«Αφού μιλάμε για τα Άγια Πάθη, να πούμε αρχικά ότι η κυριολεκτική σημασία τους αφορά τα πάθη που υπέστη ο Χριστός προκειμένου να σώσει τους ανθρώπους, εδώ, όμως, μας ενδιαφέρει η αλληγορική χρήση τους, άρα τα πάθη στα οποία υπόκειται η νεοελληνική λογοτεχνία της Κύπρου, όχι, βέβαια, για να σώσει κάποιον ή κάποιους, αλλά, κυρίως, για να σώσει τον εαυτό της από τις συλλυπτήριες δαγκάνες αυτών που θέλουν να αποστραγγίσουν την ελληνικότητά της και να της προσδώσουν, για να θυμηθούμε και τον Σεφέρη, μπάσταρδα ή και αφελληνισμένα χαρακτηριστικά”, είπε ο κ. Ιωάννου.
Πρόσθεσε ότι παρόλο που, γενικά, ζούμε σε χρόνια “σακάτικα”, λέξη η οποία παραπέμπει στον γνωστό στίχο του Νίκου Εγγονόπουλου: «και προπαντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα», οφείλουμε να σημειώσουμε ότι «η λογοτεχνία της εντοπιότητας, μια λογοτεχνία που συνιστά ολάνθιστο κλαδί του δέντρου της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας, είναι, τόσο στη νεότερη διαχρονία της όσο και στη συγχρονία της, σημαντική από κάθε άποψη».
Οπως είπε ο κ. Ιωάννου, «από τον αρχηγέτη της, τον Βασίλη Μιχαηλίδη, μέχρι, για να φτάσουμε και στη σύγχρονη παρουσία της, τον Κώστα Μόντη, τον Παντελή Μηχανικό και τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, αλλά και μια πλειάδα νεότερων, πολύ ταλαντούχων λογοτεχνών, οι οποίοι συνεχίζουν με επιτυχία την παράδοση των προηγούμενων Λογοτεχνικών Γενιών, διάγει μια λαμπρή πορεία και αφήνει πολλές ελπίδες για το μέλλον».
Ανέφερε, ωστόσο, ότι «από την άλλη μεριά, για να επανέλθουμε στα πάθη της νεοελληνικής λογοτεχνίας της Κύπρου, δίπλα σε αυτή, κάποτε και μέσα σε αυτή, παρασιτεί μια ύπουλη ανθελληνική ιδεολογία που εδώ και αρκετά χρόνια προσπαθεί να πριονίσει τον ελληνικό χαρακτήρα της».
Ο κ. Ιωάννου είπε ότι «η ιδεολογία αυτή, για την οποία έγραψαν, μίλησαν, προειδοποίησαν και άλλοι λογοτέχνες και μελετητές όπως οι Σάββας Παύλου, Παντελής Βουτουρής, Χρήστος Μαυρής, Παναγιώτης Νικολαΐδης και άλλοι, ονομάζεται νεοκυπριωτισμός και, όχι μόνο αντιστρατεύεται κάθε τι το ελληνικό, ρίχνοντας στον κάλαθο των αχρήστων τα ιερά και τα όσιά μας, την ιστορία μας, τους ήρωές μας, τους νεκρούς και τους αγνοουμένους μας, αλλά και γυρίζοντας την πλάτη στις μαυροφορεμένες μάνες του κυπριακού ελληνισμού».
Στην ίδια γραμμή, αναφέρθηκε και σε μελετητές, όπως και σε συγκεκριμένη έκδοση.
Ωστόσο, είπε ο Δρ Ιωάννου, «η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων στην Κύπρο που ασχολούνται με τη λογοτεχνία και τη λογοτεχνική κριτική ανήκουν σε μια ευρύτερη, ανέντακτη κατηγορία, η οποία εμφορείται από τις αρχές της αντικειμενικότητας, του σεβασμού και της ανάπτυξης υγιούς κριτικής σκέψης».
Μιας κριτικής σκέψης που, όπως εξηγεί ο Νεοελληνιστής, «λαμβάνει υπόψη τις ιστορικές πραγματικότητες που έχουν σφυρηλατήσει τη νεοελληνική λογοτεχνία της Κύπρου, χωρίς να θέλουν, σώνει και καλά, να την αποκολλήσουν από τη λογοτεχνία του μητροπολιτικού ελληνισμού. Είναι γι’ αυτούς τους ανθρώπους που πολεμώ και προσπαθώ να υπερασπιστώ τα αυτονόητα, αλλά και από αυτούς που παίρνω αγάπη και δύναμη για να συνεχίσω», είπε καταλήγοντας ο Κυριάκος Ιωάννου.
Ο Γιώργος Ταξιαρχόπουλος, Γενικός Διευθυντής του «ACEY Europe – Arts & Culture Community» δήλωσε στο ΚΥΠΕ ότι τα Πάθη του Χριστού αποτελούν διαχρονική πηγή έμπνευσης για τους εικαστικούς τόσο μεταφορικά, όσο και κυριολεκτικά αυτά καθ’ αυτά ως θρησκευτικά γεγονότα.
Χαρακτηριστικά είναι τα αριστουργήματα των Ελ Γκρέκο, Νταλί, Ντα Βίντσι, Ραφαήλ, Ρέμπραντ, και άλλων πολλών με τα συγκεκριμένα θέματα.
Οπως είπε ο κ. Ταξιαρχόπουλος, «οι ζωγράφοι, αποδίδουν συνήθως το θείο δράμα ως ψυχικό αλλά και ως σωματικό μαρτύριο με ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση, εστιάζοντας στην εκάστοτε θεματική που επιλέγουν κάθε φορά και δίνοντας εικονογραφική αξία σε αυτήν, ανάλογα με τον χώρο όπου απευθύνεται το έργο τους, όπως για παράδειγμα, ναό, μουσείο, γκαλερί».
Για την περίπτωση της Κύπρου, αναφέρει ότι «στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακάριου Γ’ στην Λευκωσία, φυλάσσονται πολύτιμα αριστουργήματα από τη Βυζαντινή και Μετά-βυζαντινή εποχή, εικόνες που αναπαριστούν την Σταύρωση, την Αποκαθήλωση και την Ανάσταση του Ιησού, τόσο από σημαντικούς, όσο και από ανώνυμους Κύπριους αγιογράφους».
Ο κ. Ταξιαρχόπουλος είπε ότι και «στο Κάστρο του Κολοσσίου, στη Λεμεσό, θαυμάζουμε την Τοιχογραφία του 15ου αιώνα με τη Σταύρωση, ενώ, στην Κρατική Πινακοθήκη Κυπριακής Τέχνης και στη Λεβέντειο Πινακοθήκη στη Λευκωσία, συναντάμε έργα των Τηλέμαχου Κάνθου, Αδαμάντιου Διαμαντή και πολλών άλλων σύγχρονων Κυπρίων ζωγράφων, οι οποίοι ως επί το πλείστων προσεγγίζουν τα Πάθη του Χριστού συμβολικά, συνδυάζοντάς τα μεταφορικά κυρίως με τα Πάθη της Κύπρου ή/και με τα Πάθη της Κύπριας Μάνας-Γυναίκας”.
Σημειώνει, ιδιαίτερα, το παράδειγμα σειράς έργων του Διαμαντή με τίτλο «Αγωνίες» το οποίο, όπως ο κ. Ταξιαρχόπουλος, αναφέρει, αντλεί από το θείο μαρτύριο για να αποδώσει τη «Σταύρωση» της Κύπρου, και στη σειρά χαρακτικών έργων του Κάνθου με τίτλο «Μαύρο Θέρος ‘74» ως ένας άλλος «Επιτάφιος» στην οποία απεικονίζει τον πόνο των Κύπριων Μανάδων που θρηνούν τα παιδιά τους.












