Ένα τραγούδι για το Θανάση Νικολάου έγραψε ο δημοσιογράφος Χρίστος Μιχάλαρος και τραγούδησε ο Κούλλης Θεοδώρου.
Όπως αναφέρει ο στιχουργός, “ένα τραγούδι για τη μάνα. Ένας φόνος χωρίς δικαιοσύνη στην Κύπρο της συγκάλυψης. Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, η μνήμη δεν έχει παγώσει. Ο παλμός από το κορμί του παιδιού πέρασε στην μάνα και από τη μάνα σε ολόκληρη την κοινωνία. Ένας αγώνας που από προσωπικός κατάφερε να γίνει μαζικός και μια αλήθεια που πόντο-πόντο ανατέλλει. Ο Θανάσης Νικολάου από θύμα, έγινε ιδέα και φωτίζει κάθε άνθρωπο που πάει να λυγίσει μπροστά στη μυϊκή μάζα της συνενοχής. Ο Θανάσης είμαστε κι εσύ κι εγώ κι όλοι εμείς”.
Με τη σειρά του ο Κούλλης Θεοδώρου έγραψε στην περιγραφή του τραγουδιού:
Ένας φόνος χωρίς δικαιοσύνη στην Κύπρο της συγκάλυψης. Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, η μνήμη δεν έχει παγώσει. Ο παλμός από το κορμί του παιδιού πέρασε στην μάνα και από τη μάνα σε ολόκληρη την κοινωνία. Ένας αγώνας που από προσωπικός κατάφερε να γίνει μαζικός και μια αλήθεια που πόντο-πόντο ανατέλλει. Ο Θανάσης Νικολάου από θύμα, έγινε ιδέα και φωτίζει κάθε άνθρωπο που πάει να λυγίσει μπροστά στη μυϊκή μάζα της συνενοχής. Ο Θανάσης είμαστε κι εσύ κι εγώ κι όλοι εμείς.
Μουσική: Κούλης Θεοδώρου
Στίχοι: Χρήστος Μιχάλαρος
Ερμηνεία: Κούλης Θεοδώρου, Παιδική Χορωδία Ανθή Παπαφιλίππου, Παιδική Χορωδία Δήμου Λευκωσίας
Έπαιξαν οι μουσικοί:
Χρήστος Χόπλαρος, ηλεκτρική κιθάρα
Μιχάλης Μέσσιος, μπάσο
Αντρέας Θεοδώρου, τύμπανα
Μάριος Τούμπας, πιάνο
Αντριάνα
Αυτή η κραυγή που όλη τη νύχτα δε σωπαίνει
δεν έχει ύπνο όταν κλαις ένα παιδί
και η συγκάλυψη τη χώρα να ρυπαίνει
που με το κρίμα σταυρωτά έχει δεθεί
Και τον σταυρό που τον κουβάλησε η μάνα
στα μάτια μέσα σε κοιτάζω Αντριάνα.
Η μοναξιά ακονισμένη σα μαχαίρι
κλειστά τα στόματα ραμμένα στη σιωπή
και τη σιωπή να επιβάλλει κάποιο χέρι
που με το δάχτυλο σκεπάζει την ντροπή
Το μέλλον κόπηκε απότομα στο χρόνο
μα ποιο νερό να τον ξεπλύνει τέτοιο φόνο;
Μέσα στο πέτρινο κορμί μια ιστορία
κορμί που ξέρει να μιλάει αν ακούς
και η ψυχή να πολεμάει τα θηρία
και τα θηρία ζωντανοί στους ζωντανούς.
το αίμα τώρα πια ποτάμι παγωμένο
πες μου εγώ τι έχω πια να περιμένω;
Το χέρι σφίγγει – η γροθιά σαν τη σημαία
ποτέ δεν έριξες το βλέμμα καταγής
ο γιος σου πέταξε μα γίνηκε ιδέα
ο γιος σου έγινα κι εγώ και όλοι εμείς
Όχι δεν ήτανε λοιπόν αυτοκτονία
Δικαιοσύνη θα ζητάμε με μανία.










