ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Μια διήγηση για έναν άνδρα από τη Φιλιά, με αναφορές στις γύρω κοινότητες – “Μόνο το θυμό αφήνουμε για αύριο”

Μια διήγηση του ΧατζηΝικόλα Χατζηστυλλή αναφέρει σε ανάρτησή του σε σελίδα της κατεχόμενης Φιλιάς, ο Ανδρέας Χριστοδούλου. Η διήγηση αφορά έναν Φιλιώτη, αλλά περιλαμβάνει αναφορές σε αρκετές κοινότητες του διαμερίσματος του Μόρφου και της Δυτικής Λευκωσίας. 

Η διήγηση τιτλοφορείται “Το Μάθημα” και αφορά αυτό που έλεγαν οι παλιοί, ‘ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα, μην το αφήνεις για αύριο”. Μιας και ετοιμαζόμαστε να υποδεχτούμε το νέο έτος και να βάλουμε νέους στόχυς, είναι ένα δίδαγμα που πρέπει να έχουμε υπόψη.

Διαβάστε τη διήγηση αυτούσια: 

Το Μάθημα

Ήταν νοστοπάντρευτος, νεαρός κτίστης, γύρω στα είκοσι τρία. Μέρος της προίκας που δόθηκε στη γυναίκα του από τους γονείς της ήταν ένα μεγάλο χωράφι στους Κάλληες (τοπωνύμιο της Φιλιάς). Από γεωργία, να σου πω την αλήθεια, δεν πολυκαταλάβαινε. Από δώδεκα χρονών ο πατέρας του τον έστειλε να μάθει την τέχνη του κτίστη στον μάστρο Γιώρκο από την Αυλώνα.

Έναν χρόνο ολόκληρο πήγαινε με τα πόδια από το Βασιλικό στην Αυλώνα. Τον δεύτερο χρόνο, ο μάστρος του πούλησε το παλιό του ποδήλατο για μία λίρα. Ο μισθός του τότε ήταν ένα σελίνι την εβδομάδα· σε πέντε-έξι μήνες το ξεχρέωσε. Πάτησε τα δεκαπέντε, ο μάστρος του τού έκανε αύξηση. Είχε μπει καλά στη δουλειά — κτιστούι σωστό, όπως του έλεγαν. Ένα σελίνι την ημέρα. Πολύς παράς για τον έφηβο.

Ο πατέρας του είχε ήδη ένα ζευγαλάτη γεωργό κι έναν βοσκό. Γι’ αυτό τον έστειλε στην τέχνη. Τα αδέλφια του δεν είχαν μισθό, και πολλές φορές τους έδινε αυτός. Όπως καταλαβαίνεις, τη γεωργία μόνο ακουστά την ήξερε. Μα, σαν όλους τους χωριανούς, μόλις απέκτησε δικά του χωράφια, είπε να τα δουλέψει.

Ήρθε το φθινόπωρο. Όργωσε με τα βόδια το χωράφι στους Κάλληες, λίγο πιο κάτω από τις Καμπάνες. Το χωράφι ήταν μεγάλο, μα το ένα του κομμάτι —το εξασκάλι— ήταν πιο χαμηλά και είχε ελαφριά κλίση. Το έσπειρε κριθάρι και περίμενε τις βροχές.

Κι ήρθαν νωρίς, αρχές του Νιόβρη. Και, όπως το ήθελε, κατέβηκε και το ποτάμι που έπιανε από τα Μαρωνίτικα. Χωρίς καθυστέρηση πήγε κι άνοιξε το δήμμα κι άφησε το ποτάμι να πλημμυρίσει το χωράφι. Σε δέκα μέρες το κριθάρι ξεφύτρωσε, ήλιος και νερό το δυνάμωσαν, κι έκαμε εκατονταπλάσιο καρπό.

Αρχές του Μάη ήρθε ο καιρός του θερισμού. Μίσθωσε τρεις εργάτριες: τη χήρα Πιτσιλλαρού —τον άντρα της τον σκότωσαν σ’ έναν γάμο—, την Αννού του Θωμά και τον Πολύκαρπο από το Βασιλικό. Μαζί τους θέριζε κι ο ίδιος. Τα δεμάτια τα στοιβαζε σε θυμωνιές μέσα στο εξασκάλι. Θα τα κουβαλούσε αργότερα στα αλώνια για το αλώνισμα με το τρακτέρ του κουνιάδου του.

Στην τελευταία σκάλα, τα δεμάτια έμειναν ασυγύριστα. Δεν πρόλαβε να τα στοιβάξει. Και από μέρα σε μέρα πήγαινε και στο μεροκάματο στη Χώρα· η σοδειά έμεινε όπως την άφησε, μέσα στο χωράφι.

Μια μέρα, μέσα στο Μάη, τον βρίσκει στο καφενείο ο Γιάννος του Καμπούρη. Ψιλόλιγνος άνθρωπος, πολύ θρήσκος· δεν έχανε λειτουργία. Γύρω στα πενήντα, ανύπατρος έμεινε, κι έκανε δουλειές του ποδαριού ή μάζευε θρουμπιά και τα πουλούσε. Είχε πάει την προηγούμενη μέρα για θρουμπιά και, περνώντας από τους Κάλληες, είδε το θερισμένο κριθάρι στο χωράφι. Χωρίς πολλά-πολλά του λέει:

«Σε θεωρώ πελλό άνθρωπο».
«Μα τι λες, Γιάννο; Έλα, κάτσε να σε κεράσω καφέ, να μου πεις γιατί».
«Ρε», του λέει, «ο Θεός έβρεξε, έκαμες τόσο καλό κριθάρι, έκαμες τόσο κόπο να θερίσεις το εξασκάλι κι άφησες τα δεμάτια μέσα στο χωράφι. Να κατέβει το ποτάμι και να σου τα πάρει στον Οφκό».

Ο Οφκός, να ξέρεις είχε νερό χειμώνα καλοκαίρι γιατί είχε πηγές και μέσα στη κοίτη του. Ξεκινούσε ανάμεσα στη Σκυλλούρα και τον Άγιο Βασίλειο, περνούσε από τα Δενιώτικα, τη Φιλιά, την Κυρά, το Χρυσουλιού και κατέληγε στο φράγμα της Μόρφου.

«Μα τι λες;» του απαντά. «Φτάσαμε καλοκαίρι. Θα βρέξει τώρα τόσο πολύ, που να κατεβεί ποτάμι από τα Μαρωνίτικα;»
«Γι’ αυτό σε λέω πελλό. Ο νούσιμος δεν αφήνει τη σοδειά μέσα στο χωράφι και πιάνει άλλες δουλειές που μπορούν να περιμένουν».

Δεν πρόλαβε. Μέσα στις επόμενες δύο μέρες έπιασε καταιγίδα. Θυμάται πως εκείνη τη μέρα ήταν στα Περιστερωνίτικα. Είχε ενοικιάσει ένα χωράφι και πήγε να ποτίσει. Θα του έδινε νερό ένας τούρκος Περιστερωνίτης. Αμά ξέσπασε η καταιγίδα, ο τούρκος τον πήγε στο σπίτι του για φαΐ. Το θυμάται γιατί είχε εντυπωσιαστεί που τον άφησε στον ηλιακό μέχρι να στρώσει το τραπέζι η χανούμισσα. Όταν αυτή αποτραβήχτηκε, πήγαν στη τραπεζαρία. Θυμήθηκε και τον Γιάννο και τα έλεγε με το Σαλίχ.

Το ποτάμι κατέβηκε και του πήρε όλες τις θυμωνιές, ως το ρέμα του Οφκού. Τα πήρε το ποτάμι. Μόνο τα δεμάτια που δεν πρόλαβε να στοιβάξει, που βούλιαξαν στη λάσπη, ήταν εκείνα που —ας πούμε— έσωσε.

Τότε κατάλαβε. Και οι παλιοί έτσι το ’λεγαν: ότι μπορείς να κάνεις σήμερα, μην το αφήνεις για αύριο. Μόνο τον θυμό αφήνουμε για αύριο· γιατί ο καιρός δεν ρωτά, κι ό,τι σου ’δωσε μια φορά μπορεί να σου το πάρει πίσω σε μία μέρα.

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Privacy Overview

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful. Privacy Policy