«Δεν έχουμε φτάσει στον στόχο της πλήρους αποκατάστασης των ιχθυοαποθεμάτων”, το συμπέρασμα για την Κοινή Αλιευτική Πολιτική

Πρόοδο καταγράφει η αξιολόγηση του κανονισμού της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής ΚΑλΠ), αλλά αναμενόταν μεγαλύτερη πρόοδος, με τους αρμόδιους Υπουργούς να υπογραμμίζουν την ανάγκη για τον καθορισμό της περαιτέρω πορείας, χωρίς άλλη καθυστέρηση, ανέφεραν ο Επίτροπος της ΕΕ για την Αλιεία, Κώστας Καδής, και η Υπουργός Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Μαρία Παναγιώτου, μετά την άτυπη σύνοδο Υπουργών ΕΕ Αλιείας που πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία.

Υπό το φως της αξιολόγησης, επαναβεβαιώθηκε μια σειρά διαχρονικών ζητημάτων που εξακολουθούν να απασχολούν έντονα τον αλιευτικό τομέα, όπως η ανάγκη για απλούστευση, η μείωση του διοικητικού φόρτου, η καλύτερη εφαρμογή των κανόνων, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η διατήρηση της εύθραυστης ισορροπίας μεταξύ των περιβαλλοντικών, οικονομικών και κοινωνικών διαστάσεων της ΚΑλΠ, είπε η κ. Παναγιώτου κατά τη διάσκεψη Τύπου μετά την άτυπη σύνοδο.

Κατά τις εργασίες της συνόδου, ο κ. Καδής παρουσίασε τα αποτελέσματα της αξιολόγησης του Κανονισμού της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, αφορά το ρυθμιστικό πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί η αλιεία και η υδατοκαλλιέργεια στον ευρωπαϊκό χώρο, ενώ τα κράτη μέλη εξέφρασαν τις πρώτες αντιδράσεις τους σχετικά με την αξιολόγηση.

«Θα έλεγα ότι το βασικό μήνυμα είναι διττό. Από τη μια πλευρά υπάρχει σαφής πρόοδος. Η Κοινή Αλιευτική Πολιτική μετά την αναθεώρηση της το 2013 έχει φέρει θετικά αποτελέσματα», είπε ο κ. Καδής στην συνέντευξη Τύπου. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η υπεραλίευση μειώνεται και το ποσοστό των αποθεμάτων που αλιεύονται σε βιώσιμα επίπεδα αυξάνεται. Από 50% το 2014, σε 63% το 2022.

Διερωτώμενος αν αυτό είναι αρκετό, ο Επίτροπος είπε ότι «δεν είναι αρκετό. Αναμέναμε μεγαλύτερη πρόοδο». «Δεν έχουμε φτάσει στον επιδιωκόμενο στόχο της πλήρους αποκατάστασης των ιχθυοαποθεμάτων, και δεν μπορούμε να παραβλέπουμε επίσης τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο αλιευτικός τομέας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχουμε ένα γερασμένο στόλο. Έχουμε υψηλό ενεργειακό κόστος και αυξανόμενα λειτουργικά έξοδα, η ανάγκη για ανανέωση των γενεών είναι άμεση, ενώ η μικρής κλίμακας αλιεία απαιτεί στοχευμένη στήριξη», είπε.

Σημείωσε ότι αυτά σημάνθηκαν τόσο από την αξιολόγηση, αλλά και από τις παρεμβάσεις των εκπροσώπων των κρατών μελών. «Η κερδοφορία υπολείπεται των προσδοκιών και σε συνδυασμό με τους περιορισμούς της χρηματοδότησης, επιβραδύνει τον εκσυγχρονισμό και την ανταγωνιστικότητα του στόλου. Υπάρχει επίσης ανάγκη για απλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου, αλλά και για ενίσχυση της υδατοκαλλιέργειας», πρόσθεσε.

Σήμερα, είπε, «ξεκινά η συζήτηση ουσιαστικά για το πώς θα πορευτούμε στο μέλλον», σημειώνοντας ότι η συζήτηση αυτή θα συνεχιστεί με πιο δομημένο χαρακτήρα στο Συμβούλιο Υπουργών Αλιείας στις Βρυξέλλες τον επόμενο Ιούνιο, ενώ διαβουλεύσεις θα γίνουν επίσης και με τους εκπροσώπους του τομέα, μη-κυβερνητικών οργανισμών, αλλά και όλων των ενδιαφερόμενων φορέων, «ούτως ώστε να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις για το μέλλον της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής».

Σημείωσε ότι η διοργάνωση της άτυπης Υπουργικής Συνόδου από την Κύπρο ήταν «υποδειγματική».

Στις δικές της δηλώσεις η Υπουργός ανέφερε ότι έγινε μια «εποικοδομητική και χρήσιμη» συζήτηση η οποία αποτελεί «μόνο την αρχή μιας ευρύτερης διαδικασίας προβληματισμού και πολιτικής καθοδήγησης».

«Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική μελέτη, καθώς η τελευταία ουσιαστική αναθεώρηση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής πραγματοποιήθηκε πριν από 13 χρόνια και σήμερα καλούμαστε να εξετάσουμε κατά πόσο η Κοινή Αλιευτική Πολιτική (ΚΑλΠ) εξακολουθεί να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στους στόχους και στις σύγχρονες ανάγκες του τομέα», είπε η κ. Παναγιώτου.

Σημείωσε ότι η αξιολόγηση αυτή αποτελεί αποτέλεσμα εργασίας και ανάλυσης από ειδικούς, οι οποίοι εξέτασαν την εφαρμογή της πολιτικής, τις αδυναμίες, τις προκλήσεις αλλά και τις προοπτικές της για το μέλλον. Για τον λόγο αυτό, είπε, «είναι σημαντικό να μελετήσουμε προσεκτικά τα συμπεράσματά της και να τα συγκρίνουμε με όσα τα κράτη μέλη και το Συμβούλιο επισημαίνουν εδώ και καιρό σχετικά με τις αλλαγές που απαιτούνται».

Είπε ότι αναγνωρίστηκε ότι, ενώ η αξιολόγηση επιβεβαιώνει τη σημασία της ΚΑλΠ ως πλαισίου πολιτικής, αναδεικνύει ότι βασικοί μηχανισμοί εφαρμογής δεν έχουν αποδώσει πλήρως τα αναμενόμενα αποτελέσματα, «γεγονός που στρέφει τη συζήτηση στην αποτελεσματικότητα των εργαλείων και των κανόνων στην πράξη».

«Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης να εξετάσουμε πώς οι εισηγήσεις των ειδικών μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των αδυναμιών και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα ο τομέας, ώστε η ΚΑλΠ να παραμείνει ένα σύγχρονο, αποτελεσματικό και ανθεκτικό εργαλείο πολιτικής για το μέλλον», πρόσθεσε.

Στο πλαίσιο αυτό, είπε, οι Υπουργοί υπογράμμισαν την ανάγκη να προχωρήσουμε σε μια δομημένη και ξεκάθαρη διαδικασία για την εξέταση των ευρημάτων και τον καθορισμό της περαιτέρω πορείας, «χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση».

Σημειώνοντας ότι η σημερινή συζήτηση αποτελεί το πρώτο σημαντικό βήμα, η κ. Παναγιώτου είπε ότι θα επανέλθουν στο Συμβούλιο Γεωργίας και Αλιείας του Ιουνίου, όπου, με βάση μια πιο εις βάθος εξέταση της αξιολόγησης, «θα επιδιώξουμε να δώσουμε την αναγκαία πολιτική καθοδήγηση για το πώς πρέπει να προχωρήσουμε, ώστε να διαμορφώσουμε μια Κοινή Αλιευτική Πολιτική πιο αποτελεσματική, πιο ρεαλιστική και πιο κοντά στις ανάγκες του ευρωπαϊκού αλιευτικού τομέα και των παράκτιων κοινοτήτων μας».

Οι συγκρούσεις στην περιοχή επηρέασαν τον αλιευτικό τομέα

Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου κατά πόσον οι συγκρούσεις στην περιοχή έχουν επηρεάσει την αλιεία, o κ. Καδής είπε ότι έχουν «σίγουρα» επηρεάσει τον αλιευτικό τομέα. «Παρακολουθούμε την κατάσταση σε καθημερινή βάση», είπε, σημειώνοντας ότι είναι σε επικοινωνία και είχε συναντήσεις με εκπροσώπους του τομέα.

«Δυστυχώς, φαίνεται ότι η κρίση έχει δημιουργήσει ιδιαίτερες πιέσεις στον τομέα. Έχει αυξηθεί πέραν του 50% σε κάποιες περιπτώσεις το κόστος των καυσίμων, που αποτελεί και το βασικό λειτουργικό κόστος για τον τομέα της αλιείας, με αποτέλεσμα, τα σκάφη τα οποία λειτουργούσαν με περιορισμένο κέρδος, να μην είναι πλέον βιώσιμη η δραστηριότητά τους και να έχουν τερματίσει τις δραστηριότητες τους», ανέφερε.

Αυτό, συνέχισε «αντιλαμβάνεστε έχει αλυσιδωτές συνέπειες σε όλη την αλυσίδα της αγοράς των τροφίμων, καθώς και στις παράκτιες μας περιοχές». Σημείωσε ότι ήταν και για αυτό το λόγο που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «αντέδρασε με γρήγορα αντανακλαστικά» και έχει ενεργοποιήσει τον μηχανισμό κρίσης κάτω από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας, Υδατοκαλλιέργειας και Αλιείας, μέσα από τον οποίο δίνεται η δυνατότητα στα κράτη-μέλη να αξιοποιήσουν πόρους από το ταμείο αυτό με ένα ευέλικτο τρόπο, οπότε ώστε να στηρίξουν για την περίοδο της κρίσης στοχευμένα τους αλιείς οι οποίοι έχουν το μεγαλύτερο πρόβλημα.

Προσπαθούμε ως Ευρωπαϊκή Επιτροπή να βρούμε τα μέσα να στηρίξουμε τους αλιείς μας, είπε.

Απαντώντας σε άλλη ερώτηση σχετικά με τα χωροκατακτητικά είδη στη Μεσόγειο και κατά πόσον η κατάσταση είναι αναστρέψιμη, ο κ. Καδής είπε ότι αυτά τα είδη αποτελούν τεράστια πρόκληση για τα μεσογειακά οικοσυστήματα και για τους αλιείς της Μεσογείου. «Υπερτερούν έναντι των ιθαγενών ειδών μας, αλλάζουν τα χαρακτηριστικά των οικοσυστημάτων και αποτελούν απειλή για το εισόδημα των αλιέων μας» είπε, σημειώνοντας ότι στόχος είναι «να μετατρέψουμε την πρόκληση σε ευκαιρία». Αυτό έχει γίνει, για παράδειγμα, με το λεοντόψαρο, είπε, και με άλλα χωροκατακτητικά είδη.

Σημείωσε ότι δεν μπορεί να προβλέψει αν το οικοσύστημα θα επιστρέψει στην προηγούμενη δομή του, αλλά διαβεβαίωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα υποστηρίξει δραστηριότητες μέσω έρευνας και καινοτομίας «για την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων μας». Υπάρχουν πολλά έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη, τα οποία χρηματοδοτούνται από την ΕΕ, είπε, κυρίως μέσω του προγράμματος «Ορίζοντας Ευρώπη», αλλά και μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Θάλασσας, Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ