Τέρμα στη συγκάλυψη και στον σεξισμό και παραίτηση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα απαίτησαν έξω από την Νομική Υπηρεσία το απόγευμα γυναικείες οργανώσεις και κινήματα, που διαμαρτυρήθηκαν με αφορμή την σημερινή διάσκεψη Τύπου του Βοηθού και του Γενικού Εισαγγελέα για την απόφαση του ΕΔΑΔ στην απόφαση για την υπόθεση βιασμού.
Διαβάστηκε επίσης η ανοικτή επιστολή του θύματος Ν.Τ προς τον Σάββα Αγγελίδη με τους συγκεντρωθέντες να χειροκροτούν στον επίλογό της.
Με κοινό τους υπόμνημα, οι οργανώσεις δηλώνουν ότι στέκονται συλλογικά και δημόσια απέναντι στον σεξισμό της Δικαιοσύνης, ζητούν «θεσμική λογοδοσία και κάθαρση», και απαιτούν σεβασμό στα δικαιώματα των θυμάτων, εφαρμογή των νέων πρωτοκόλλων, εκπαίδευση όλων των εμπλεκομένων λειτουργών, εναρμόνιση του νομικού ορισμού της συναίνεσης με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και τις υποδείξεις της GREVIO, καθώς και ουσιαστικές νομοθετικές και διοικητικές αλλαγές. «Τέλος στην αποσιώπηση και τη συγκάλυψη. Απόδοση θεσμικών και πολιτικών ευθυνών», αναφέρουν.
Η απόφαση του ΕΔΑΔ, σημειώνεται στο υπόμνημα, αλλά και προηγούμενες – όπως η υπόθεση της νεαρής Βρετανίδας στην Αγία Νάπα – καταδεικνύουν συστηματική αποτυχία των ανακριτικών, δικαστικών και εισαγγελικών αρχών να πράξουν τα αυτονόητα, να διερευνήσουν την υπόθεση και να προστατεύσουν τα θύματα, με ενέργειες βασισμένες σε σεξιστικά στερεότυπα.
Επισημαίνεται επίσης, σύμφωνα με το υπόμνημα, η συστηματική επαναθυματοποίηση των γυναικών, η διαιώνιση της κουλτούρας του βιασμού και της ατιμωρησίας των δραστών, καθώς και η τιμωρία των θυμάτων που τολμούν να μιλήσουν. «Καίρια η ευθύνη του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, του οποίου οι χειρισμοί εγείρουν πλέον σοβαρά ερωτήματα σκοπιμότητας και πολιτικής συγκάλυψης», αναφέρουν.
Το κοινό υπόμνημα υπογράφουν οι γυναικείες οργανώσεις ΠΟΓΟ, Σοσιαλιστική Γυναικεία Κίνηση, Γυναικεία Κίνηση Οικολόγων, Γραφείο Γυναικών Εργατοϋπαλλήλων ΠΕΟ, Τμήμα Αγροτισσών ΕΚΑ, Ίδρυμα Προώθησης Ισότητας ΥΠΑΤΙΑ, Κυπριακό Λόμπυ Γυναικών, Μεσογειακό Ινστιτούτο Μελετών Κοινωνικού Φύλου, Παγκύπριος Σύνδεσμος Μονογονεϊκών Οικογενειών και Φίλων, ΕΔΟΝ, Far Right Watch, Αριστερή Πτέρυγα, ΑΦΟΑ, Εργατική Δημοκρατία, ΚΙΣΑ – Κίνηση για την Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό, Συμμαχία Ενάντια στην Ακροδεξιά, τον Φασισμό και τον Ρατσισμό κά
Η επιστολή
«Στις 3 Ιουλίου 2025, περάσατε για πάντα στη νομική ιστορία της Ευρώπης ως σεξιστής, victim blamer, και ανίκανος να διασφαλίσετε βασικά ανθρώπινα δικαιώματα», αναφέρει στην ανοικτή επιστολή της προς τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας η Ν.Τ., η γυναίκα που προσέφυγε στο ΕΔΑΔ.
Στην επιστολή της, που αναγνώστηκε στην εκδήλωση διαμαρτυρίας, η Ν.Τ. απευθυνόμενη προς τον Σάββα Αγγγελίδη προσθέτει: «Μείνατε στην ιστορία ως ο εκπρόσωπος της δικαιοσύνης που κρίνει ένα βιασμό μέσα από αδικαιολόγητα επιλεκτική, στερεοτυπική, πατριαρχική και υποκειμενική κρίση».
Η Ν.Τ. αναφέρει ότι κατέθεσε ένα βίωμα που για χρόνια με δυσκολία μοιραζόταν ακόμα και με τον ίδιο της τον εαυτό. «Το κουβαλούσα για χρόνια μέσα από αποτυχίες, ψυχιάτρους, αυτοκαταστροφή, φάρμακα, διατροφικές διαταραχές, απομόνωση, εμετούς, κλάματα, αυτοκτονικές τάσεις μέχρι που κατάφερα κάποια στιγμή να το φέρω μέχρι το αστυνομικό τμήμα. Και εσείς τι κάνατε, κύριε Αγγελίδη; Με μετατρέψατε σε κατηγορούμενη επειδή είχα συναισθήματα και ενσυναίσθηση. Μου στερήσατε το δικαίωμα να μιλήσω στο δικαστήριο και να διεκδικήσω πίσω τη χαμένη μου ζωή. Αφήσατε να ενημερωθώ για την αναστολή της ποινικής δίωξης από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τις ανακοινώσεις περί δήθεν δικαίωσης του κατηγορούμενου. Αρνηθήκατε να μου δώσετε τον φάκελο της υπόθεσης. Αρνηθήκατε να μου κοινοποιήσετε τους λόγους της αναστολής. Αρνηθήκατε ακόμη και να μου δώσετε τις δικές μου καταθέσεις! Τις οποίες όμως, είχε λάβει εννοείται εξ αρχής ο κατηγορούμενος. Θέλατε, κύριε Αγγελίδη, να με καταστήσετε ανίκανη να διεκδικήσω πίσω την αξιοπρέπεια που μου κατακρεουργήσατε».
Η ΝΤ χαρακτηρίζει την άποψη του κ. Αγγελίδη για το δημόσιο συμφέρον, ως «παράλογη, επικίνδυνη και διαστροφική. Ο ορισμός που δώσατε στη συναίνεση κ. Αγγελίδη μοιάζει παρά πολύ με αυτόν που είχε ο κατηγορούμενος στο μυαλό του».
Τον καλεί να σταματήσει να κρύβεται πίσω από «μια άδεια καρέκλα» και παραθέτει την επιχειρηματολογία του ΕΔΑΔ για την απόφαση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα στην υπόθεση που την αφορά.
«Σας ευχαριστούμε για την προσφορά σας στη δικαιοσύνη μέχρι σήμερα, κύριε Αγγελίδη, αλλά ήρθε η ώρα να αποχωρήσετε», αναφέρει η ΝΤ και τον καλεί να δείξει «μια κάποια ευθιξία» και να παραιτηθεί.
Καλεί επίσης τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να «αποκαταστήσετε τη θεσμική και κοινωνική δικαιοσύνη. Περιμένω από εσάς να δείξετε ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να είναι θύματα των απόψεων του εκάστοτε σεξιστή βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Ότι η αυθαιρεσία έχει κόστος και πληρώνεται έμπρακτα».
Χαιρετισμοί
Αρνούμαστε να δεχτούμε το σεξισμό, τη συγκάλυψη, την αλαζονεία, ανέφερε στο χαιρετισμό της η ΓΓ της ΠΟΓΟ, Σκεύη Κουκουμά. «Είμαστε εδώ κ. Αγγελίδη, γιατί ντρεπόμαστε κάθε φορά που ακούμε τι δημιουργούν οι αποφάσεις και οι πράξεις σας! Γιατί νιώθουμε οργή κάθε φορά που δίνετε προβάδισμα στους θύτες έναντι των θυμάτων».
«Η ΝΤ, η καταγγέλουσα στην περίπτωση της καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΑΔ πρέπει να θεωρείται παράδειγμα θάρρους και επιμονής και για αυτό την συγχαίρουμε», πρόσθεσε η κ. Κουκομά στέλνοντας το μήνυμα ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι υπεράνω κριτικής, αλλά υπεύθυνη απέναντι στις γυναίκες και στους πολίτες που έχει προδώσει.
«Σπάσε την σιωπή», «Δεν είσαι μόνη, είμαστε δίπλα σου», παραινούμε τις γυναίκες, τους ζητάμε να προχωρήσουν σε καταγγελίες στο δικαστήριο, ανέφερε η Μαρίνα Κούκου, εκ μέρους του γυναικείου γραφείου της ΠΕΟ σημειώνοντας ότι ζητούν την θέσπιση νομοθεσιών και την στήριξη των θυμάτων.
Απαιτούμε όμως να πράττουν σωστά και οι θεσμοί του κράτους, πρόσθεσε, και όχι να κουκουλώνουν υποθέσεις, να επαναθυματοποιούν τα θύματα και να μας λένε να τους αφήνουμε στο απυρόβλητο. Εξέφρασε δε ανησυχία, μετά την συνέντευξη Τύπου του ΒΓΕ, για «περισσότερη απαξίωση προς τους θεσμούς».
«Αγαπητή ΝΤ πραγματικά υποκλινόμαστε. Σήμερα τα έχουμε ακούσει όλα», ανέφερε η Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Κίνησης Γυναικών, Ρούλα Μαυρονικόλα χαρακτηρίζοντας τα επιχειρήματα του ΒΓΕ που ακούστηκαν σήμερα αδύναμα. Σημείωσε ότι βρέθηκαν έξω από την Νομική Υπηρεσία «μακριά από κομματικά στεγανά» για να απαιτήσουν την καταπολέμηση του σεξισμού και την κάθαρση στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, το οποίο νοσεί.
«Είναι καιρός να προχωρήσουμε στην πλήρη υλοποίηση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης. Στέλνουμε το μήνυμα ότι θα συνεχίσουμε να καταγγέλλουμε επώνυμους και ανώνυμους βιαστές», πρόσθεσε.
«Όταν λέω όχι, σημαίνει όχι, Δεν ξέρω τι δεν καταλαβαίνει ο ΒΓΕ» ανέφερε η Μόνικα Πιερίδου, εκπρόσωπος της Γυναικείας Κίνησης Οικολόγων. Νόμιζε, είπε η κα. Πιερίδου, ότι η διάσκεψη Τύπου του κ. Αγγελίδη σήμερα θα αφορούσε την παραίτησή του, αλλά «φευ. Μας είπε ότι το ΕΔΑΔ κάνει λάθος. Και είναι η πρώτη φορά που το ΕΔΑΔ ονοματίζει».
Η κα. Πιερίδου εξέφρασε την ελπίδα ότι οι γυναίκες θα συνεχίσουν να καταγγέλλουν και να μην φοβηθούν. «Θέλω να ξημερώσει μια μέρα που θα έρθει κάποιος και θα πει παραιτούμαι, mea culpa. Αλλά τίποτε». Εάν δεν παραιτηθείτε κ. Αγγελίδη σημαίνει ότι ο κόσμος θα σταματήσει να πιστεύει στην Δικαιοσύνη, πρόσθεσε.
Η Πρόεδρος το Παγκύπριου Συνδέσμου Μονογονεϊκών Οικογενειών και φίλων, Αργεντούλα Ιωάννου είπε ότι αυτή η πρωτοβουλία πρέπει να συνεχιστεί και αν ο ΒΓΕ δεν παραιτηθεί ο αγώνας τος θα συνεχιστεί για ν’ αναλάβει ο κ. Αγγελίδης τις πραγματικές το ευθύνες, εάν θέλει να συνεχίσει να έχει «αυτή την καυτή καρέκλα».
Ζήτησε επίσης πλήρη εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, τις παρατηρήσεις της Grevio και την νομολογία του ΕΔΑΔ. Εάν μπορούν ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας να το κάνουν αυτό, να μας το πουν στα ίσια, πρόσθεσε η κ. Ιωάννου.
Τι ανάφερε ο Σάββας Αγγελίδης στη Διάσκεψη Τύπου
Ως «απειλή προς τη δικαιοσύνη» εκλαμβάνει το αίτημα της κοινής γνώμης, κομμάτων και οργανώσεων για παραίτηση του ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Σάββας Αγγελίδης, σε σχέση με την καταδικαστική απόφαση για την Κύπρο που εξέδωσε την περασμένη εβδομάδα το ΕΔΑΔ σε υπόθεση βιασμού, η οποία με δική του απόφαση τελικά δεν εκδικάστηκε από το δικαστήριο.
Μιλώντας στο πλαίσιο διάσκεψης Τύπου, ο κ. Αγγελίδης απέδωσε επίσης σκοπιμότητα σε όσους υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να παραιτηθεί.
Για κατά τα φαινόμενα οργανωμένη προσπάθεια να πληγεί ο θεσμός έκανε λόγο από την πλευρά του ο Γενικός Εισαγγελέας Γιώργος Σαββίδης, ο οποίος ήταν επίσης παρών στη διάσκεψη, σημειώνοντας παράλληλα ότι «δεν είμαστε εδώ για να είμαστε δημοφιλείς», αλλά «για να κάνουμε τη δουλειά μας».

Ταυτόχρονα, σε σχέση με την πορεία της υπόθεσης, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας είπε ότι «από χθες ενημερώσαμε τη δικηγόρο της παραπονουμένης για τις προθέσεις μας και αναμένουμε ανταπόκριση», προσθέτοντας ότι «πρόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι για επανακαταχώρησης της υπόθεσης».
«Δεν μπορώ να παραβλέψω τα αιτήματα, τους βομβαρδισμούς όσον αφορά το ζήτημα παραίτησης. Θεωρώ ότι το συγκεκριμένο αίτημα για εμένα, θεωρείται ως άμεση απειλή προς τη δικαιοσύνη», είπε ο κ. Αγγελίδης, στο πλαίσιο διάσκεψης Τύπου, που έγινε στη Νομική Υπηρεσία, στην παρουσία του Γενικού Εισαγγελέα Γιώργου Σαββίδη.
«Βασικά, αυτοί που χωρίς καν να διαβάσουν την απόφαση, ξεκίνησαν οργανωμένα και κτυπούν το θεσμό, αλλά και εμένα προσωπικά, στην ουσία επιχειρούν να επιβάλουν είτε στη ΝΥ, είτε στον Γενικό Εισαγγελέα, είτε στον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, είτε στους δημόσιους κατηγόρους και στο μέλλον στα δικαστήρια να αποφασίζουν με συγκεκριμένο τρόπο», ανέφερε και πρόσθεσε πως «επιχειρούν να επιβάλουν αποφάσεις και να αφαιρέσουν την ελεύθερη κρίση από την δικαιοσύνη».
«Ούτε οι δικαστές, ούτε ο Γενικός Εισαγγελέας, ούτε ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, ούτε οι δημόσιοι κατήγοροι, οι λειτουργοί μας που καθημερινά είναι στα δικαστήρια και μάχονται για προάσπιση και υποστήριξη των θυμάτων, είναι αναλώσιμοι», πρόσθεσε.
«Και δεν είναι διαθέσιμοι στις ορέξεις μικροπολιτικών και λαϊκίστικων προσεγγίσεων», ανέφερε, προσθέτοντας ότι δεν είναι σκοπός του να μπει σε αντιπαράθεση με κανέναν.
Αναφορικά με το αυτούς που ζητούν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να τον παύσει, ο κ. Αγγελίδης διερωτήθηκε που πάει η ανεξαρτησία του θεσμού και τι σχέση έχει η εκτελεστική εξουσία με αυτό το θέμα.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι δεν χρειάζεται να θέσει την παραίτηση του σε κανένα.
«Αν αποφασίσω να αποχωρήσω από τη Νομική Υπηρεσία δεν θα θέσω την παραίτηση μου», αλλά «θα αποχωρήσω», πρόσθεσε.
Κληθείς ο Γενικός Εισαγγελέας να σχολιάσει το θέμα, είπε ότι «το να πλήττεται ο θεσμός είναι δυστυχώς ένα αποτέλεσμα μιας κατάστασης, η οποία δυστυχώς φαίνεται ότι είναι οργανωμένη».
«Δεν εξυπηρετεί τώρα να πω τι πιστεύω και τι δεν πιστεύω, αλλά άμα δείτε ποιοι ασχολούνται επί του θέματος αυτού και ποιοι βγάζουν ανακοινώσεις ή γράφουν άρθρα, μπορούμε να ξέρουμε ποιοι είναι εκείνοι που προσπαθούν να πλήξουν το θεσμό», ανέφερε ο κ. Σαββίδης.
«Τι επιδιώκουν, νομίζω πάλι μπορεί ο καθένας μας να το καταλάβει», είπε και πρόσθεσε ότι εκείνο το οποίο τον στενοχωρεί αφάνταστα δεν είναι καθόλου η δημοφιλία του θεσμού.
Ο κ. Σαββίδης είπε ότι «δεν είμαστε εδώ για να είμαστε δημοφιλείς», αλλά «για να κάνουμε τη δουλειά μας» και πρόσθεσε πως «ξέρουμε πολύ καλά παίρνοντας τις όποιες αποφάσεις μας ότι δεν θα ικανοποιήσουν την πλειονότητα της κοινής γνώμης».
Ο Γενικός Εισαγγελέας διαβεβαίωσε ότι αυτό «είναι το τελευταίο πράγμα» που θα λάβει υπόψη του ή και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας «θα λάβει υπόψιν του, όπως το έχει πει ήδη, το αν θα ικανοποιήσει το κοινό αίσθημα».
«Είναι πάρα πολύ επικίνδυνο κάποιος θεσμός να προσπαθεί να κάνει την πλεύση του ανάλογα με το πώς θα ευχαριστήσει τα αυτιά των διαφόρων για να μπορέσει να εξασφαλίσει δημοφιλία», επισήμανε.
Ανέφερε ότι «το έχουμε δει αυτό να συμβαίνει» και θεωρεί ότι αυτό «είναι πάρα πολύ επικίνδυνο».
Ο κ. Σαββίδης διαβεβαίωσε ότι όσο είναι ο ίδιος αλλά και «ο κ. Αγγελίδης εδώ δεν πρόκειται να δουλέψουμε ποτέ με γνώμονα τη δημοφιλία».
Αρχίζοντας την τοποθέτησή του με τον θεσμικό του ρόλο σε σχέση με την απόφαση του ΕΔΑΔ, ο κ. Αγγελίδης αναφέρθηκε στις ενέργειες που έγιναν από τη Νομική Υπηρεσία για την υπόθεση, χωρίς να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες.
Ανέφερε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση έγινε καταγγελία και διερευνήθηκε από την αστυνομία και αποφασίστηκε από τη Νομική Υπηρεσία, αφού εξετάστηκε το μαρτυρικό υλικό, «η ποινική δίωξη συγκεκριμένου προσώπου και καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση».
Είπε ότι μετά την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, προέκυψαν νέα στοιχεία και συμπληρωματικές καταθέσεις.
«Αυτά τα νέα στοιχεία είχαμε υποχρέωση να αξιολογήσουμε και η ομάδα δικηγόρων της Νομικής Υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένου και εμένα, αξιολογήσαμε τα νέα στοιχεία» και «δόθηκαν οδηγίες και υπήρχε επικοινωνία με την παραπονούμενη», πρόσθεσε.
Ο κ. Αγγελίδης είπε ότι «αποφασίστηκε στην ουσία ότι διακόπτεται η ποινική δίκη», η οποία αρχικά είχε καταχωρηθεί, «με ένα σκεπτικό το οποίο είχε τη δική του σημασία μακριά από σκοπιμότητες».
Αναγιγνώσκοντας μέρος του σκεπτικού το οποίο επιβεβαιώνει την προηγούμενη αναφορά του, ο Β. Γενικός Εισαγγελέας είπε ότι η αποτυχία μέσα από μια δικαστική διαδικασία «είναι ένα σοβαρό ενδεχόμενο υπό τις περιστάσεις» και «θα στείλει λανθασμένο μήνυμα για τέτοιες υποθέσεις».
«Αυτό που εννοώ είναι ότι από τη στιγμή που γίνεται καθολική προσπάθεια από τους αρμόδιους, με μοναδικό σκοπό να αντιμετωπίσουμε τέτοιας φύσεως αδικήματα και να καλέσουμε τα θύματα να καταγγέλλουν τέτοια γεγονότα στις αστυνομικές αρχές, εάν υπάρχει μια σειρά από απόρριψη τέτοιας φύσεως υποθέσεων από τα δικαστήρια, τότε δημιουργείται ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα».
Ανέφερε ότι «πιθανόν να δοθεί η λανθασμένη εντύπωση ότι τέτοιες υποθέσεις δεν έχουν θετική κατάληξη στο δικαστήριο» και ξεκαθάρισε ότι ο παράγοντας χρόνου, δηλαδή πότε έγινε η καταγγελία, «δεν έπαιξε καμία σημασία» στην απόφασή του, «αναγνωρίζοντας ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις το χρονικό διάστημα που πέρασε από το ισχυριζόμενο συμβάν, μέχρι την καταγγελία, δεν είναι αρνητικό στοιχείο, όπως προφανώς θα ήταν για αλλού είδους αδικήματα».
«Αυτό ήταν το σκεπτικό τον Δεκέμβριο του 2021», ανέφερε και πρόσθεσε ότι δεν θα αναφερθεί σε κάτι περισσότερο, έστω και αν η ίδια η απόφαση δίνει λεπτομέρειες, για να μην εκληφθεί ότι αμφισβητεί τα όποια ευρήματα του ΕΔΑΔ, «αλλά ούτε και να επαναλάβουμε λεπτομέρειες που επηρεάζουν πριν τα πρόσωπα».
Αναφερόμενος στην απόφαση του ΕΔΑΔ, ο κ. Αγγελίδης είπε ότι «στην ουσία αναλύει τη μεθοδολογία, μηχανισμούς και διαδικασίες που υπήρχαν και εφαρμόζονταν από τις κυπριακές αρχές» και πρόσθεσε ότι «η κατάληξη ήταν ότι οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν και η εφαρμογή τους στη συγκεκριμένη υπόθεση οδήγησαν σε παραβίαση των δικαιωμάτων της παραπονούμενης».
Είπε ότι η απόφαση ΕΔΑΔ «δίνει κατεύθυνση προς τις αρχές, συμπεριλαμβανομένου της Νομικής Υπηρεσίας για αναβάθμιση της εκπαίδευσης των πρωτοκόλλων ακόμα και του λεκτικού μιας απόφασης για να αποφεύγεται, μεταξύ άλλων, η θυματοποίηση εκ νέου του θύματος».
«Στην ουσία είναι μια δικαστική απόφαση που διαφωνεί με το σκεπτικό της απόφασης του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και αναγνωρίζει παραβίαση δικαιωμάτων», ανέφερε και πρόσθεσε πως «την ίδια ώρα, η ίδια απόφαση, δεν παραγνωρίζει την υποχρέωση για το ισοζύγιο μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων προστασίας του θύματος και των δικαιωμάτων του υπόπτου».
Ο κ. Αγγελίδης επανέλαβε ότι η υπόθεση «καταχωρήθηκε» και «άρα δεν επέδειξε αδιαφορία ή μεροληψία η Νομική Υπηρεσία», ενώ υπήρξε «αναστολή της υπόθεσης όταν προέκυψαν νέα στοιχεία».
Αναφορικά με το αν η απόφαση αυτή της Νομικής Υπηρεσίας θα απέτρεπε θύματα να καταγγέλλουν τέτοιους περιστατικά, ο κ. Αγγελίδης είπε ότι διαφορετική ήταν η άποψή μέσω της απόφασης του ΕΔΑΔ.
«Ότι οι αντιφάσεις που αναπτύξαμε δεν θα έπρεπε να διατυπωθούν με το λεκτικό που αναφέρθηκε και θα έπρεπε να εξισορροπηθεί με άλλα στοιχεία που υπάρχουν», πρόσθεσε.
Ανέφερε ότι «το ΕΔΑΔ δεν διαπίστωσε κακή πίστη ή καταχρηστική διαδικασία ή αλλότρια κίνητρα ή πρόθεση για παραβίαση των δικαιωμάτων του θύματος» και πρόσθεσε ότι η απόφαση του ΕΔΑΔ, όχι μόνο αυτή, αλλά και του Φεβρουαρίου του 2025 που αφορούσε παρόμοια φύσεως αδικήματα, αναμφίβολα καθορίζουν καλές πρακτικές για διαχείριση υποθέσεων σεξουαλικής βίας».
Ανέφερε επίσης πως προκύπτει ότι και οι δύο αποφάσεις αφορούν δύο διαφορετικές περιόδους, όπου στην ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας ήταν διαφορετικά πρόσωπα».
«Κάτι που φανερώνει πολύ ότι το όλο θέμα ήταν διαδικαστικό, θεσμικό και όχι προσωπικό, όπως επιχειρείται να παρουσιαστεί», πρόσθεσε.
Άρα όλες οι φωνές, συνέχισε, «θα έπρεπε να ήταν προς την κατεύθυνση καθορισμού διαδικασιών που να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη την ερμηνεία του ΕΔΑΔ για αυτά τα θέματα».
Σημείωσε ότι η Νομική Υπηρεσία αυτό το πράττει από το 2022 «σε ανύποπτο χρόνο».
«Δυστυχώς όμως και οφείλω να το πω χωρίς να μπω σε αντιπαράθεση με κανέναν, ζούμε σε εποχές που ο τίτλος και οι ατάκες είναι τέχνη και επιστήμη για να επιτύχουν κάποιοι άλλους σκοπούς, εκτός από την έγνοια για προστασία των θυμάτων», πρόσθεσε.
Αντίθετα, συνέχισε, «εκθέτουν περισσότερο τα θύματα, άτομα, οικογένειες και θέτουν ανήλικους σε κινδύνους και καταπατούν οι ίδιοι δικαιώματα και βιάζουν αξιοπρέπειες».
Αναφορικά με την αξιολόγηση της απόφασης του ΕΔΑΔ από τη Νομική Υπηρεσία, ο κ. Αγγελίδης είπε ότι η Υπηρεσία έχει υποχρέωση να λάβει και ατομικά και γενικά μέτρα.
Σε σχέση με ατομικά μέτρα, ο Β. Γενικός Εισαγγελέας είπε ότι «από χθες ενημερώσαμε τη δικηγόρο της παραπονουμένης για τις προθέσεις μας και αναμένουμε ανταπόκριση».
Όσον αφορά τα γενικά μέτρα, ο κ. Αγγελίδης αναφέρθηκε σε όλες τις ενέργειες που έγιναν από τη ΝΥ από το 2022 πριν την απόφαση του ΕΔΑΔ και σε όσες θα γίνουν και στο μέλλον, λέγοντας ότι «είναι συνεχής αυτή η προσπάθεια και δεν είναι στάσιμη που αφορά τέτοιας φύσεως αδικήματα», ενώ ανέφερε πως θα κοινοποιηθούν αυτές οι ενέργειες «στο χρονικό στάδιο, το οποίο δικονομικά υπάρχει υποχρέωση προς το ΕΔΑΔ για συμμόρφωση».
Αναφερόμενος περιληπτικά στις ενέργειες που έχουν γίνει από το 2022, ο κ. Αγγελίδης είπε μεταξύ άλλων ότι αυτές είναι η συμμετοχή λειτουργού της ΝΥ στον Εθνικό Συντονιστικό Φορέα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, ουσιαστική συμβολή της ΝΥ στη διαμόρφωση και νομοθετικό έλεγχο της σχετικής νομοθεσίας που ενσωμάτωσε στην εσωτερική έννομη τάξη τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, ανοιχτή συζήτηση στη ΝΥ με την Επίτροπο Ισότητας των Φύλων με συμμετοχή νομικών λειτουργών και πραγματοποίηση σεμιναρίου από λειτουργούς της ΝΥ προς λειτουργούς του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας για θέματα μαρτυρίας στο Δικαστήριο σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης.
Ανέφερε ότι εντός του 2025 προγραμματίζεται η παρουσίαση του θέματος του χειρισμού ευάλωτων μαρτύρων από εξειδικευμένους εμπειρογνώμονες.
Είπε ακόμη μεταξύ άλλων ότι στα πλαίσια των μελλοντικών δράσεων της ΝΥ είναι η κατάρτιση του πρωτοκόλλου για την αξιολόγηση των καταγγελιών και υποθέσεων βίας, η ενίσχυση των υποχρεωτικών σεμιναρίων επιμόρφωσης και η σύσταση εσωτερικού μηχανισμού εποπτείας, ενώ έχει ήδη καταρτιστεί έγγραφο που προβλέπει θεσμοθετημένη εσωτερική διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων για αναστολές ποινικών διώξεων και των αιτήσεων των θυμάτων για άσκηση ποινικής δίωξης.
Θέτοντας σειρά ερωτημάτων, ο κ. Αγγελίδης διερωτήθηκε αρχικά ποια είναι η διαφορά μιας απόφασης του δημόσιου κατήγορου να μην προωθήσει μία υπόθεση γιατί θεωρεί ότι η πιθανότητα καταδίκης είναι μικρή και μιας απόφασης ενός δικαστηρίου να κρίνει το θύμα αναξιόπιστο και να απαλλάξει τον θύτη.
«Θα ζητήσουμε την παραίτηση του δικαστή γιατί έκρινε ότι το θύμα είναι αναξιόπιστο; Ζητήσαμε την παραίτηση δικαστών σε υποθέσεις που προωθούνται και προωθήσαμε για παρόμοιας φύσεως αδικήματα και κρίθηκαν από το Δικαστήριο με πολυσέλιδες αιτιολογήσεις για την αναξιοπιστία των θυμάτων αυτών;», διερωτήθηκε.
«Σε περίπτωση αθώωσης ενός κατηγορουμένου, θα ζητούμε την παραίτηση του εισαγγελέα γιατί αποφάσισε να προωθήσει την υπόθεση γιατί παραβιαστήκαν δικαιώματα του κατηγορουμένου;».
Θα πρέπει να παραιτείται ένας δικαστής, διερωτήθηκε «γιατί ανατράπηκε η απόφαση του από το Εφετείο; Θα πρέπει να παραιτούνται δικαστές Εφέτες γιατί ανατράπηκε η απόφαση τους από το τριτοβάθμιο;»
Αναφέροντας ότι «τίποτα δεν είναι τυχαίο», ο κ. Αγγελίδης είπε ότι την ημέρα της έκδοσης της συγκεκριμένης απόφασης από το ΕΔΑΔ, εκδόθηκε ακόμη μία απόφαση Αρβανίτης και Φιλελεύθερος εναντίον Κυπριακής Δημοκρατίας, «με εύρημα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για παραβίαση του άρθρου 10, δηλαδή της ελευθερίας της έκφρασης».
Ανέφερε ότι αφορούσε μία αστική υπόθεση όπου υπήρχε εύρημα πρωτόδικα και δευτεροβάθμια στα κυπριακά δικαστήρια για λίβελο και ότι απορρίφθηκε η υπεράσπιση της αλήθειας και του έντιμου σχολίου.
Ανέφερε επίσης ότι το ΕΔΑΔ έκρινε ότι «τα εθνικά δικαστήρια ανεπίτρεπτα επιχείρησαν να υποκαταστήσουν τις απόψεις του δημοσιογράφου ως προς τον τρόπο παρουσίασης του θέματος» και ότι «η προσέγγιση αυτή ήταν υπερβολικά περιοριστική και μη συμβατή με τις αρχές που διέπουν το άρθρο 10 της ελευθερίας της έκφρασης».
«Θα έπρεπε να ζητήσουμε την παραίτηση των δικαστών του Πρωτόδικου και του Εφετείου του Ανώτατου Δικαστηρίου» που «κρίθηκαν ότι παραβίασαν αυτό το δικαίωμα», διερωτήθηκε.
Ο κ. Αγγελίδης είπε ότι «έχουμε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαστικής και νομικής μας κρίσης, να αποφασίζουμε αν υπάρχει κακοπιστία».
«Αν υπάρχει κακή πρόθεση, διαφοροποιούνται τα πράγματα, αν δεν υπάρχει τότε θα συνεχίσουμε αυτό το έργο που πράττουμε καθημερινά, χωρίς να χωρίς να θέλουμε τα εύγε στις μεγάλες επιτυχίες», πρόσθεσε.
Απαντώντας σε ερώτηση, ο κ. Αγγελίδης είπε αυτά που έχει πει δείχνουν ανάληψη ευθύνης. «Δεν είμαι πολιτικό πρόσωπο. Αν ήμουν πολιτικό πρόσωπο, τότε η ανάληψη ευθύνη μιας απόφασης θα ήταν πιθανόν – αν είχε κάποια ζημιά – η παραίτηση μου», ανέφερε.
Σε άλλη ερώτηση, ο κ. Αγγελίδης είπε ότι τέτοιας φύσεως υποθέσεις προωθούνται, ενώπιον δικαστηρίου και πρόσθεσε πως δεν υπάρχει πρακτική στη ΝΥ που να μην προωθεί τις υποθέσεις.
Πρόσθεσε ότι η απόφαση του ΕΔΑΔ ενδυναμώνει την όλη διαδικασία για, μεταξύ άλλων, να ληφθούν μέτρα όχι μόνο από τη ΝΥ, αλλά και από άλλες υπηρεσίες για υποστήριξη των θυμάτων στην προώθηση υποθέσεων ενώπιον δικαστηρίου.
Ερωτηθείς αν μένουν υποθέσεις στα συρτάρια της ΝΥ, ο κ. Αγγελίδης είπε ότι δεν υπάρχει τέτοιο θέμα, ενώ σε σχέση με το θέμα της πρόσβασης σε φακέλους υποθέσεων, είπε ότι μελετούν «κάποιες νομικές αρχές για εισήγηση για τροποποίηση».
Σε ερώτηση σε σχέση με τη μεταρρύθμιση στη ΝΥ και τα νομοσχέδια στα οποία δεν ελέγχεται το δικαίωμα αναστολής ποινικής δίωξης από πλευράς ΝΥ, ο κ. Αγγελίδης είπε ότι η εκτελεστική εξουσία στην προώθηση των νομοσχεδίων περιείχε και αυτό το ζήτημα, το οποίο έχει απαλειφθεί με την έννοια ότι δεν υπάρχει πρόθεση προώθησης, προσθέτοντας ότι «είμαστε σε ένα στάδιο μαζί με τον εκτελεστική εξουσία, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, τη ΝΥ και τη δικαστική εξουσία, έτσι ώστε να καθοριστεί ένα ορθό πλαίσιο για ρύθμιση αυτού του του παράγοντα.
Πιστεύω ότι πολύ σύντομα θα ολοκληρωθεί και αυτό και θα ενσωματωθεί στην πορεία του χρόνου στο υπόλοιπο νομοσχέδιο ή διαφορετικό νομοσχέδιο».
Επί του προκειμένου, ο Γενικός Εισαγγελέας είπε ότι το ανέλεκτο είναι ένα θέμα το οποίο για πρώτη φορά εγέρθηκε στην έκθεση του κράτους δικαίου του 2023 και το κράτος δικαίου μας ζήτησε να προβούμε σε διορθωτικά μέτρα, έτσι ώστε να υπάρχει έλεγχος των αποφάσεων των πρώτων αποφάσεων μέσω είτε ιεραρχικού είτε δικαστικού ελέγχου.
Ανέφερε ότι αν θα υπάρξει δικαστικός έλεγχος, ο δικαστικός έλεγχος δεν μπορεί να είναι επί της ουσίας και σε καμία χώρα δεν είναι επί της ουσίας.
Εκεί όπου εφαρμόζεται ο δικαστικός έλεγχος σε χώρες που ξεκίνησαν με το δικό μας σύστημα και ακολούθησαν στο διαχωρισμό των θέσεων. Έκανε λόγο για ακόμα ένα μύθο, σημειώνοντα ότι ο διαχωρισμός δεν έχει να κάνει τίποτα με το θέμα που συζητούμε σήμερα, δηλαδή, εξήγησε, και να υπήρχε διαχωρισμός πάλι κάποιος άνθρωπος θα έπαιρνε αυτή την απόφαση. Αλλά, πρόσθεσε, πάμε πίσω στο ανέλεκτο.
«Θεωρώ ότι τα δικαστήρια δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν με αξιολόγηση ουσίας επί όλων των αποφάσεων του Γενικού Εισαγγελέα», πρόσθεσε.
Ανέφερε επίσης ότι «είμαστε σε μία στιγμή τώρα που και με σε συνεννόηση με το Υπουργείο Δικαιοσύνης και με τη δικαστική εξουσία, θα δούμε σε ποια έκταση και σε ποιο βαθμό θα μπορεί να γίνεται αυτός ο δικαστικός έλεγχος».
«Δεν μας ενοχλεί δικαστικός έλεγχος γιατί θα μεταδίδεται η ευθύνη κάπου αλλού», κατέληξε.










