«Υπάρχουν επικίνδυνες οικοδομές στη Λευκωσία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες αφορούν κτήρια προς κατεδάφιση», δήλωσε την Παρασκευή στο ΚΥΠΕ ο Πρόεδρος του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ), Κωνσταντίνος Κωνσταντή, επισημαίνοντας την ανάγκη για θεσμική ενίσχυση της διαχείρισης του προβλήματος και για καλύτερη καταγραφή των κτηρίων παγκύπρια.
Ο ίδιος ανέφερε ότι απαιτείται η δημιουργία ενιαίας ψηφιακής βάσης δεδομένων για τις επικίνδυνες οικοδομές, ώστε να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα και αποτελεσματικότερη παρακολούθηση από τις αρμόδιες αρχές. Όπως σημείωσε, «απαιτείται να υπάρχει καταγραφή των επικίνδυνων οικοδομών παγκύπρια, σε μια ενιαία ψηφιακή βάση», προσθέτοντας ότι το ΕΤΕΚ έχει εισηγηθεί τη δημιουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας για τον σκοπό αυτό.
Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ΕΤΕΚ, μια τέτοια πλατφόρμα θα ενίσχυε τόσο τη διαφάνεια όσο και την ενημέρωση των πολιτών, καθώς όπως είπε «θα συμβάλει στην καλύτερη ενημέρωση των πολιτών σχετικά με την ύπαρξη επικίνδυνων οικοδομών, αλλά και στην αποτελεσματικότερη παρακολούθηση των επικίνδυνων οικοδομών από τις αρμόδιες αρχές».
Αναφερόμενος στο υφιστάμενο πλαίσιο, εξήγησε ότι όταν μια οικοδομή κρίνεται επικίνδυνη, η αρμόδια αρχή οφείλει να ειδοποιήσει τον ιδιοκτήτη για λήψη μέτρων αποκατάστασης. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, οι αρχές μπορούν να παρέμβουν οι ίδιες, με το κόστος να επιβαρύνει τον ιδιοκτήτη, το οποίο μπορεί να αναζητηθεί και δικαστικά.
Ο Πρόεδρος του ΕΤΕΚ σημείωσε επίσης ότι «απαιτείται ενίσχυση των νομοθετικών εργαλείων», προσθέτοντας ότι έχει ήδη κατατεθεί σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή. Όπως ανέφερε, το εν λόγω νομοσχέδιο προβλέπει, μεταξύ άλλων, «την απαγόρευση ενοικίασης επικίνδυνης οικοδομής, τη διακοπή της παροχής νερού και ρεύματος και την καταγραφή εμπράγματου βάρους στον τίτλο ιδιοκτησίας της οικοδομής, στις περιπτώσεις που ο ιδιοκτήτης δεν λαμβάνει μέτρα εντός του καθορισμένου χρονικού διαστήματος για άρση της επικινδυνότητας».
Παράλληλα, επεσήμανε ότι είναι σημαντική η θεσμοθέτηση τακτικών επιθεωρήσεων κτηρίων, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα φθορές πριν αυτές καταστούν επικίνδυνες. Όπως είπε, το ΕΤΕΚ έχει καταθέσει σχετική πρόταση εδώ και χρόνια, ενώ αντίστοιχο νομοσχέδιο έχει κατατεθεί στη Βουλή.
Σε ό,τι αφορά την αρμοδιότητα για τις επικίνδυνες οικοδομές, ο κ. Κωνσταντή ανέφερε ότι αυτή έχει πλέον μεταφερθεί στους Επαρχιακούς Οργανισμούς Αυτοδιοίκησης, ενώ στο παρελθόν υπεύθυνες ήταν οι τοπικές αρχές, δηλαδή οι Δήμοι και οι Επαρχιακές Διοικήσεις.
Ερωτηθείς κατά πόσο υπάρχει φόβος να σημειωθεί σοβαρό περιστατικό εάν δεν επιταχυνθούν οι διαδικασίες, ο Πρόεδρος του ΕΤΕΚ προειδοποίησε ότι ο κίνδυνος σοβαρών περιστατικών παραμένει υπαρκτός, σημειώνοντας ότι «μια τέτοια ανησυχία υπάρχει εδώ και χρόνια, αφού ένα τέτοιο περιστατικό μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή». Υπενθύμισε μάλιστα την πρόσφατη τραγωδία στη Γερμασόγεια με την κατάρρευση πολυκατοικίας και την απώλεια δύο ανθρώπινων ζωών. «Είναι για τους λόγους αυτούς που το ΕΤΕΚ προειδοποιούσε εδώ και χρόνια για την ανάγκη θεσμοθέτησης της τακτικής επιθεώρησης των κτηρίων», συμπλήρωσε.
Αναφερόμενος στο ζήτημα των κοινόκτητων οικοδομών, όπου συχνά παρατηρούνται διαφωνίες μεταξύ συνιδιοκτητών, σημείωσε ότι «είναι αρκετές οι περιπτώσεις κοινόκτητων οικοδομών όπου ορισμένοι από τους συνιδιοκτήτες δεν συναινούν στη λήψη μέτρων για άρση της επικινδυνότητας και επιδιόρθωση της οικοδομής. Είναι για αυτό που πρέπει άμεσα να ψηφιστεί και το νομοσχέδιο για τις κοινόκτητες οικοδομές, το οποίο προνοεί, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία αποθεματικού ταμείου για εργασίες συντήρησης».
Την ίδια ώρα, ο Πρόεδρος του ΕΤΕΚ ανέφερε ότι μέχρι την εφαρμογή των απαραίτητων θεσμικών αλλαγών θα πρέπει να αξιοποιείται πλήρως το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, ενώ πρόσθεσε πως απαιτείται και αλλαγή νοοτροπίας από πλευράς ιδιοκτητών, ώστε τα κτήρια να συντηρούνται εγκαίρως και να μην τίθεται σε κίνδυνο η δημόσια ασφάλεια.
«Ως ιδιοκτήτες, φέρουμε ευθύνη να διατηρούμε τα κτήριά μας σε κατάσταση που δεν αποτελούν κίνδυνο για τους χρήστες της οικοδομής και τους διερχομένους. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να διασφαλιστεί ότι το κράτος και οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρέμβουν αποτελεσματικά εκεί και όπου παρατηρείται αδιαφορία και αμέλεια εκ μέρους των ιδιοκτητών», κατέληξε.






