Ο Γεώργιος Χαραλάμπους ήταν ένας 23χρονος βιοπαλαιστής, ένας απλός ξυλουργός που ετοιμαζόταν να φτιάξει τη δική του οικογένεια. Όμως, τον Οκτώβριο του 1955, η μοίρα του νησιού του τον κάλεσε να γίνει ένας από τους πρώτους μάρτυρες του απελευθερωτικού αγώνα.
Για τον αγωνιστή από τη Δυτική Λευκωσία έγραψε η σελίδα Ιστορικές Μνήμες ΕΟΚΑ: Γεννημένος στον Άγιο Επιφάνιο Σολέας, ο Γιώργος ζούσε και εργαζόταν στο χωριό Κυρά της Μόρφου. Εκεί είχε αρραβωνιαστεί την αγαπημένη του, Χρυστάλλα, και όλα ήταν έτοιμα για τον γάμο τους, ο οποίος είχε οριστεί για τις 30 Οκτωβρίου 1955. Στον αγώνα είχε ενταχθεί νωρίς, συνεργαζόμενος στενά με τη φοιτητική ομάδα του Διδασκαλικού Κολεγίου Μόρφου.
Με αφορμή την επέτειο του «ΟΧΙ», ο Διγενής δίνει διαταγή για μαχητικές διαδηλώσεις. Οι Βρετανοί, τρομοκρατημένοι, απαγορεύουν κάθε εορτασμό, θέλοντας να πνίξουν την εθνική υπερηφάνεια στο αίμα. Στη Μόρφου ξεσπά ξεσηκωμός. Μαθητές, φοιτητές και απλοί πολίτες, ανάμεσά τους και ο Γιώργος, γίνονται ένα ποτάμι οργής και βαδίζουν προς τον αστυνομικό σταθμό.
Αντί για τα σκαλιά της εκκλησίας όπου θα ανέβαινε εκείνες τις μέρες, ο Γιώργος βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης. Όταν οι διαδηλωτές ανάγκασαν τους Άγγλους στρατιώτες να βγουν έξω, ρίχθηκαν βόμβες και επιχειρήθηκε η πυρπόληση κυβερνητικών κτιρίων. Οι αποικιοκράτες απάντησαν ανοίγοντας πυρ στο ψαχνό, εναντίον του άοπλου πλήθους.
Ο Γεώργιος Χαραλάμπους δέχεται τα εχθρικά πυρά και πέφτει βαριά τραυματισμένος στο χώμα. Μεταφέρεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου δίνει τη δική του σύντομη, παλικαρίσια μάχη. Στις 5 Νοεμβρίου 1955, αφήνει την τελευταία του πνοή.
Ο θάνατός του, στην αυγή ακόμα του αγώνα, δεν φόβισε τον κόσμο. Αντίθετα, ατσάλωσε τη θέληση της Κύπρου, φουντώνοντας μια φλόγα που οι Άγγλοι δεν θα κατάφερναν να σβήσουν ποτέ.








